Αρχείο γιά October, 2003

…αναμασώ…

1 τσαχπινιά October 29th, 2003

Κάποια μέρα θα γράψω τα απομνημονεύματά μου, έχω δεί ΤΟΣΟ έντονες καταστάσεις, μαζί σου, με τα ίδια ρούχα και με άλλα, που όλοι όσοι τα διαβάσουν θα σκεφτούν πως είναι ψέματα, πως ΔΕΝ χωρά τόση κακία στον κόσμο και ΔΕΝ θα με παραξένευε το σχόλιο αυτό ή αν τα έβλεπα μυθιστορήματα. Βαθιές ανάσες, χαμηλά το βλέμμα (και ας “άνω θρώσκω”), δειλά χαμόγελα, έρωτας μυρωδιά μα πού τέτοια τύχη. Μέσα σε δυό χάντρες καθρεφτιζομαι και φεύγω σαν λεωφορείο που ποτέ δεν είναι εκεί όταν το χρειάζεσαι, διαδρομή ρολόι, Πλατεία θλίψης – Μοναξιά, πάντα αμφίδρομα και κυκλικά, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά…

Μπορεί στα λόγια να είμαι καλός, στην πράξη θαρρώ πως μπορώ και καλύτερα…

τέλος καλό, και απόψε, όλα καλά… τέλος κακό;

οι σκιές κρατάνε χρόνια

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά October 29th, 2003

… και αν έχω τον ίσκιο μου χάσει, μέσα σε ίσκιους άλλους και αυτός και άλλες φορές στο σκοτάδι χαμένος δεν με νοιάζει. Ποτέ μου δεν κατάφερα να τον αγγίξω, όπως και σένα, ένα βήμα πιό γρήγορος πάντα μπροστά απο κάθε μου κίνηση κάθε μου αισθηση μικρή και μεγάλη….

… και να έχω τον ίσκιο μου χάσει, έστω για λίγο ή και για πάντα δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου σου λέω στ’ αυτί, για να μην μ΄ακούσει κανείς παρα μόνο εσύ και αυτός…

… και σαν έχω τον ίσκιο μου χάσει, εδώ και καιρό ή και αν ποτέ δεν τον είχα ποσός με (συν)θλίβει, γιατί γίνομαι άυλος, είμαι ενέργεια, είμαι το φώς…

γίνομαι φώς, μεσ’ στα μάτια σου, να με κρατάς για να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι, να με κάνεις ξανά να θέλω να είμαι ο Μορφέας…

παλιόσκυλε

1 τσαχπινιά October 14th, 2003

η ηχώ σου μές στα αυτιά μου γίνεται ψίθυρος, άνεμος σκοτεινός σε κοιτάζω λυπημένα, κάθε μέρα μωρό μου η μοναξιά είναι καινούρια… και ένας καθρεπτης ΔΕΝ μπορεί να αντανακλά έναν άλλο καθρέπτη…

…υποθέτω πως δεν θα μάθω ποτέ και έτσι απλά χωρίσαμε ή μάλλον γνωριστήκαμε, απέμεινα με το βλέμμα καρφωμένο να κοιτάζω ένα γκράφιτι σε ερειπωμένο τοίχο…:

“…θα πεθάνεις, παλιόσκυλε…”

και μου θύμησε μιάν άλλη ζωή…

ανάσταση το καταχείμωνο

1 τσαχπινιά October 8th, 2003

Αυτό το βράδυ της ανάστασής μου, ο Κύριος με έβαλε σε πειρασμό και μου ‘στειλε στο μυαλό μου χίλιες δυό εικόνες απ’ τα παλιά.
Ο Κύριος με δοκιμάζει, κι απόψε σε θέλω δίπλα μου κάτω απο το λαμπερό φώς που θα γεμίσει την αίθουσα, και ας στάζει αίμα το φεγγάρι.
Θα δωθώ σε σένα, θα σε κλείσω μέσα στην αγκαλιά μου…

…Κύριε αφήνομαι στα λευκά πέπλα της ανίκητης αθωότητας Σου,
τα χείλη μου φλέγονται,
οι λέξεις γίνονται νότες που ξυπνούν μια παλιά ηλεκτρική μελωδία,
σ’ αφουγκράζομαι,
μ’ ένα βλέμμα Σου πνιγμένο στο πηγάδι της αγανάκτισης…

…και εγώ που δεν αγαπώ πιά τίποτα, δεν μου λείπει τίποτα,
και ‘σύ που αγαπάς τα πάντα και σου λείπουν, είμαστε ελεύθεροι…
Κανένας δεν είναι δεμένος με κάτι συγκεκριμένο,
ούτε κάν’ με τον ίδιο του τον εαυτό…
…όταν όμως έφυγες μιά μεγάλη πληγή παρασημοφόρησε το αριστερό μου στήθος…

“Ούτε απόψε πανσέληνος.
Λείπει ένα κομμάτι.
Λείπει το φιλί σου.”
(…που λέει και μιά ψύχή…)


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker