Αρχείο γιά February, 2004

συνέχεια

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά February 28th, 2004

“…εγώ δεν έχω ανάγκη να βγώ για να δώ το φώς, ο Ήλιος μου είσαι εσύ…
…είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον, αλληλοσυμπληρωνόμαστε, εγώ είμαι η Σκιά και εσύ το Φώς…”

…όμως η Σκιά είχε αρχίσει να πνίγει το Φώς και τότε εκείνο το έσκασε… από φόβο μήπως σβήσει και η σκιά ξαναγύρισε οριστικά στη νύχτα… στο βορρά

φεύγω

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά February 22nd, 2004

Ουρλιάζω στην βροχή, στην αρχή το έκανα από ανάγκη, μετά έγινε συνήθεια, τρόπος ζωής. Φεύγω αφήνοντας πίσω μου θόρυβο και έναν απόηχο, κάτι σαν τραγούδι, που σβήνει. Είναι μία φωνή διαμαρτυρίας, μία φωνή μοναξιάς μέσα στο δικό μου σύννεφο.

Εδώ είμαι, φωνάζω. Όχι μόνο τις ωραίες ηλιόλουστες μέρες, όπου όλοι πάνε βόλτα και εκδρομή και χαζολογάνε στα πάρκα, αλλά και τις σκοτεινές μέρες, τις συννεφιασμένες, τις δύσκολες. Όταν έχει λάσπη και μαυρίλα. Εδώ είμαι, έρχομαι και παρέρχομαι – και δεν ξαναπερνάω ποτέ δύο φορές απο το ίδιο σημείο… δεν βρίσκω λόγο. Ούτε στο ίδιο ποτάμι, ούτε στον ίδιο δρόμο μπορείς να ξαναμπείς, είπε ο Ηράκλειτος.

Ποτάμι ο δρόμος, στην βροχή. Οι τέλειες διαδρομές είναι, συνήθως, μέρα με φως και στις δύσκολες, συναντώ νύχτα με νερό, υγρασία και καθόλου ύπνο. Οι πιο ευεργετικές για την ψυχή, θαρρώ, είναι οι της βροχής, όπως αυτές στο Μάντσεστερ. Αυτό το νιώθω την άλλη μέρα σαν είμαι τόσο κουρασμένος που όταν και αν φτάσω τρέμω καμιά φορά από την υπερένταση. Όμως το άλλο πρωί ξυπνώ με την αίσθηση πως πέρασα ένα ανάστροφα ένα δύσκολο ποτάμι, σαν τους σολωμούς …περίεργα χαμόγελα στα χείλη.

Έτσι, όσο κινούμαι, τόσο θέλω να φεύγω, να περνάω από δρόμους σκοτεινούς, χειμωνιάτικους και να χάνομαι αφήνοντας πίσω κάτι απο μένα που θέλησα να χαρίσω, όσο μικρό και ασήμαντο. Ίσως θα την θυμούνται την παρουσία μου λίγες ώρες τα δέντρα και οι θάμνοι και οι δρόμοι που έλιωνα τις σόλες μου σουλάτσάροντας…. μόνο τούτοι

στερνές κουβεντες, σε μια πόλη θηρίο

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά February 19th, 2004

…σε φωνάζω, σε σφίγγω τα χέρια, δεν κιότεψα εδώ πίσω να γυρίσω, και πάνε δυό χρόνια και μια εβδομάδα…

μήτε και μάζεψα τους ώμους. Ορθώθηκα μπροστά στις αδικίες σου, ορφανός, γυμνός, ξυπόλητος…

όρμηξα μες στο θάνατο μου, τον πνευματικό προσωπικό μου θάνατο.

Τα λάβαρά μου δε χαμήλωσα και ας με έχεις κατατροπώσει θριαμβευτικά…

Στερνές κουβέντες, σε μια πόλη θηρίο…

Les temps detruit tout

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά February 18th, 2004

Με τα χρόνια και το καιρο νιώθω ένα βάρος, αυτό, το ίδιο βάρος που με έκανε να ξεκινήσω τούτη εδώ την ενότητα, για μένα αποκλειστικα…όχι για να γράφω εγώ αποκλειστικα…

Η εκκίνηση έγινε απο μένα για μένα, σαν τους τοιχους που εβρισκα μικρος και χάραζα με ένα κομμάτι σπασμένο κεραμύδι (…που χρήματα τότε για μαρκαδώρους και μολύβια…) :

Σ + _ = ?

Γιατρε, έχω ένα πρόβλημα, ένα κάτι που καίει τα στήθη, μιά καρδιά απο λάβα και κανένα να τολμα να την αγγίξει…γι’ αυτό γράφω ασταμάτητα. Εγώ όμως είμαι πολύ μικρός, μακάρι, λέω, μακάρι να είχα το χάρισμα του λόγου! Μακάρι να μπορούσα να ξεγράψω τα πάντα από εδώ μέσα και να τα ξαναγράψω από την αρχή έτσι που να μοιάζουν με ποίημα, να μοιάζουν με άγγιγμα ή με λυγμό! Μακάρι να μπορούσα να δαμάσω τις λέξεις με το χάδι του Μάρκες! Κανείς δεν είναι δυνατό να παραμείνει ίδιος έχοντας διαβάσει ετούτες τις επιστολές εδώ μέσα, κανείς λέω, δίχως να είναι άξιος της μοίρας του, είτε αυτές είναι δικές μου, είτε όχι…

Les temps detruit tout… δυστυχώς…

ψηλά

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά February 10th, 2004

…κι εκεί, εκεί ψηλά, στον στον ουρανό μου και ψηλότερα, δύο μεγάλα μάτια, αδιαμφισβήτητα όσο η νύχτα και το φεγγάρι, και κάτι σαν πρόσωπο να με κοιτά.

Τα μάτια σου, εκείνα τα αρχέγονα, φλεγόμενα μάτια, ανυπόμονα σαν μάτια παιδιού, βαθιά σαν τάφοι, ακόμα με αιχμαλωτίζουν…

αισθήσεις

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά February 10th, 2004

…νιώθαμε την ψυχή μας θησαυρισμένη μουσική. Φεύγαμε και οι καρδιές μας χτυπούσαν, όπως το πρωί οι καμπάνες. Θα τελειώσει; Μέσα μας ζούσαμε ένα φόβο.

Τούτο το ταξίδι μπορεί σε λίγο να τελειώσει; Και τι θα γίνει αυτό το φως όλο που αναδιπλώνεται και ξεχειλίζει και κυλάει παντού σε μια αδιάκοπη άμπωτη σα να μη χωράει; Τα πάντα έλαμπαν σάμπως να βγήκανε όλες οι άνοιξες των αιώνων στο στερέωμα και βάδιζαν σιγά-σιγά βαστάζοντας αστέρια και λουλούδια στα χέρια τους. Και για πρώτη φορά νιώσαμε πως υπάρχουνε στον κόσμο αυτό ώρες που είναι έξω από το χρόνο. Που δεν ξέρεις πόσο διαρκούνε. Μήνες; Χρόνια; Αιώνες; Που ισοζυγιάζουν όλη μας τη ζωή. Ας μη τελειώσει!

Χωρίς κουβέντα, χωρίς ψίθυρο, σαν να είχαν οι λέξεις όλες ειπωθεί σαν να μην έκανε, σα να μην ξέραμε καμία γλώσσα, όπως τ’ αστέρια και τα δέντρα του Άλσους, σιωπούσαμε. Ένα δάκρυ είναι μια γλώσσα που μιλεί με αναρίθμητες λέξεις κάτω από την αγιοσύνη του στερεώματος…

αποσπάσματα ΙΙΙ

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά February 6th, 2004

Εγώ δεν είμαι τουρίστας και δε θέλω να είμαι σαν αξιοθέατο των περιοδεύων τουριστών. Ποτέ μου δεν έχω πράξει για να περνάω την ώρα μου μα ούτε θέλω να περνάς την ώρα σου κι εσύ μαζί μου, ούτε να επισκέπτεσαι το χώρο μου τουριστικά. Γι αυτό να μην ξανάρθεις, τώρα θα σε βρίσκω όποτε θέλω εγώ.

Αντιστρέφω τους όρους…κρίμα που είναι έτσι.


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker