Αρχείο γιά July, 2004

ελπίδα

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά July 31st, 2004

Έχω ελπίδα μέσα μου, θα ψάξεις να την βρεις; Έχω μια αίσθηση τυφλή που μου γελάει. Ζω στην αλήθεια ή πρέπει να ξυπνήσω; Κλείσε τα φώτα να μην με δεις να κλαίω. Είναι σκοτάδι. Το φοβάμαι το σκοτάδι. Όλα είναι μαύρα κι εγώ θέλω να δω. Ψάχνω τα μάτια σου και το χαμόγελό σου.

Αγκάλιασέ με. Δεν είμαι ο εχθρός σου. Κουλουριασμένος περιμένω για γαλήνη μα η κόλασή μου είναι μέσα στο μυαλό και δεν υπάρχει μέρος που να μην με φτάνει.

Αγκάλιασέ με, αιμορραγώ και σε αγαπώ. Το ξέρω, μοιάζει απαίσια η λέξη. Έχει μια νότα που θυμίζει τα παλιά. Ίσως να σκίσω τα μάτια μου με δάκρυ και να’ναι ψεύτικα όλα μου τα νιώθω. Είμαι σε βάρκα σε ποτάμι και φοβάμαι. Πάει μονάχη της και δε ρωτώ γιατί. Χαμογελώ γιατί θυμάμαι την μορφή σου και μοιάζει ακίνδυνη η επόμενη στροφή. Μην πλησιάζεις, θέλω να ξεχάσω κι αν πλησιάσεις θα βρω τον εαυτό μου. Έχει η ψυχή μου ξεσκιστεί και θα ξεράσω. Αχ, πόσο θα’θελα της λογικής τους νόμους. Κλείνω το στόμα και θολώνω τα μάτια. Σε λίγο η αναπνοή μου θα πεθάνει.

Θα σε θυμάμαι πάντα. Ζήσε για μένα. Μόνη σου δεν κινδυνεύεις…

αναμνήσεις IV

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά July 25th, 2004

Οι φίλοι μου λένε να μην βιαστώ. Να μην κάνω κάτι που θα το μετανοιώσω. Σκέφτομαι το καλοκαίρι που δεν αργεί να ‘ρθεί. Σκέφτομαι τα πράγματα που έχω να κάνω. Να αναπληρώσω έναν χειμώνα αδράνειας και απομόνωσης. Σκέφτομαι και τον νέο χρόνο στο πανεπιστήμιο, λίγους μήνες αργότερα.

Ξέρω πως αυτή η ιστορία θα ναυαγήσει κάποια στιγμή, γιατί δεν πληρεί τις απαραίτητες προυποθέσεις. Και ξέρω τέλος πως όσο περνά ο καιρός, θα είναι ακόμη πιο δύσκολο για τον ένα ή και για τους δύο μαζί. Θέλω να ξεφύγω απο μια ρουφήχτρα που κινδυνεύει να τα πάρει όλα μαζί της. Όσα θα μπορούσα να αποκομίσω απο αυτή την εμπειρία που λέγεται φοιτητική ζωή. Μαζί δεν έχουμε μέλλον. Το μέλλον για μένα δεν σημαίνει αποκατάσταση.

Όταν θα τελειώνω εγώ τις σπουδές μου, θα φεύγει αυτή για τις δικές της. Όσο καιρό θα σπουδάζω εγώ, αυτή θα είναι αλλού, σαν και τώρα. Αν και έχουμε την ίδια ηλικία, ώρες βρίσκω εντελώς ηλίθιες τις απόψεις της και αυτό με κάνει να νιώθω χειρότερα. Γιατί λίγο καιρό πρίν όλα αυτά δεν με ενοχλούσαν.

Πρώτη φορά φασκελώνω την μούρη μου στον καθρέφτη κάθε πρωί.

αναμνήσεις IΙΙ

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά July 21st, 2004

Θέλω να την αφήσω.
Γιατί; Γιατί μόλις έχω συνειδητοποιήσει την ματαιότητα της σχέσης μας. Μεγάλη απόσταση, λίγος χρόνος, και οι αναμνήσεις που με συνδέουν μαζί της, περιορίζονται στο ελάχιστο. Έχω κουραστεί να ακούω την φωνή της και στο κάθε σχόλιό της, αντιδρώ. Λέει αηδίες και με νευριάζει ή απλά έχω χάσει κάθε ενδιαφέρον. Δεν είμαι σίγουρος σε ποιό σημείο ακριβώς έπαψα να νοιάζομαι. Μάλλον δεν νοιάστηκα ποτέ. Αυτό σίγουρα σκεφτήκαμε όλοι. Να το θέσω αλλιώς.

Δεν είμαι σίγουρος σε ποιό σημείο έπαψα να προσπαθώ. Μετά τον καυγά, πιο πρίν, χθές, σήμερα…πότε; Και πάλι, ακούω μια φωνή ειρωνική στο βάθος να με χλευάζει. Μάλλον ποτέ δεν προσπάθησα. Ίσως απλά να μην θέλω να είμαι ο δυνατός της υπόθεσης. Να στηρίξω ποιόν και γιατί; Εγώ; Που μια ζωή έμαθα να τα βλέπω όλα άχρωμα και γκρίζα. Και ακόμα σκέφτομαι. Είναι φάση που θα περάσει, ή μήπως έφαγα χαστούκι και ξύπνησα; Δεν μ’ αρέσει αυτό το μπλέξιμο.

Είναι μια όμορφη σχεσούλα όταν την δείς απο μακρυά. Μονάχα όταν μπείς στον χορό χορεύεις. Η παραμικρή επικοινωνία που υπήρχε μεταξύ μας, νιώθω πως εξαφανίστηκε. Ακόμα και έτσι, με τρομοκρατεί το γεγονός πως είμαι προσκολλημένος σε ένα άτομο χωρίς να έχω το περιθώριο να κοιτάξω αλλού και να κάνω σαν παιδί τις μαλακίες μου. Γιατί αυτό έχω συνειδητοποιήσει. Μια ζωή με τους κανόνες και τα ταμπού. Μια ζωή να κοιτάω κάτω και να κοκκινίζω. Μια ζωή να κλείνω το στόμα μου και να φεύγω.

Δεν περιμένω πως γίνομαι κατανοητός. Μάλλον έχω μπεί στο ίδιο καζάνι που βράζουν όλοι οι υπόλοιποι.

Δεν νιώθω ευτυχία.

Δεν νιώθω καν την ανάγκη για δέσμευση. Αυτό δεν λέει κάτι;

Με ρωτάνε αν ξέρω τί θέλω. Η απάντηση θα είναι μια μονόλεκτη άρνηση. Το καταλογίζω στον εαυτό μου. Όμως δεν θέλω να κοροιδεύω κανένα.

ξημερώνει Κυριακή

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά July 19th, 2004

Ξημερώματα Κυριακής και πάλι δεν κοιμάμαι.

Τα βρίσκω όλα ενοχλητικά σ’αυτή την τρύπα της νύχτας. Προσπάθησα να κοιμηθώ, να ξεγελάσω τον χρόνο που δεν λέει να περάσει, όμως οι δείκτες του ρολογιού έχουν κολλήσει. Στα είκοσι λεπτά έχω ξυπνήσει, ιδρωμένος, ενοχλημένος από το άβολο στρώμα, το λεπτό μαξιλάρι, και το πυρωτικό κάλυμα.

Το μυαλό μου απασχολούν διάφορα. Απο τα πιο σημαντικά, μέχρι τα πιο ασήμαντα. Και θέλω να βάλω μια τάξη στις σκέψεις μου. Σκέφτομαι τί εχω να πώ, και κατα πόσο απευθύνομαι σε κάποιον. Δεν μ’αρέσουν οι καυγάδες και οι διαφωνίες, αλλά μοιάζει να είμαι είτε με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο χωμένος μέσα σε αυτούς. Σκέφτομαι καλά τα όσα μου έχουν καταλογίσει, και αρχίζω να πιστεύω σ’αυτά.

Είμαι ένας ανόητος που δεν ξέρει τί να πεί και υστερίζει. Με ενοχλεί η ταμπέλα, όμως την αποδέχομαι. Κάπου μέσα μου, σταμάτησα να παλεύω για τον εαυτό μου. Ήδη έχω κουραστεί να παλεύω τον κόσμο.

Για μια ψυχή με απορίες – καπου το είδα, κάπου το έκλεψα

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά July 14th, 2004

Βάση των σημερινών νομοθετών και τεχνοκρατών, όσοι ήμασταν παιδιά στη δεκαετία του 70 και του 80, δεν θα έπρεπε να εiχαμε επιβιώσει μέχρι τώρα, γιατί οι παιδικές μας κούνιες, ας πούμε, ήταν βαμμένες με μπογιά που περιείχε σίδηρο. Κι εμείς, γλείφοντάς την όλη μέρα, θα έπρεπε να είχαμε πεθάνει από δηλητηρίαση.

Στα φάρμακα εκείνης της εποχής δεν είχαμε ειδικά καπάκια ασφαλείας, όταν καβαλάγαμε τα ποδήλατά μας δεν φορούσαμε κράνη. Στο αυτοκίνητο των γονιών μας, όταν μπαίναμε, ούτε σε ειδικά καθίσματα καθόμασταν ούτε ζώνες φορούσαμε ούτε αερόσακους είχαμε. Ηταν μεγάλο γλέντι όταν μας επέτρεπε ο μπαμπάς να καθήσουμε μπροστά.

Νερό πίναμε από τη βρύση και είχε την ίδια γεύση με αυτό που πίνουμε σήμερα εμφιαλωμένο. Τρώγαμε ψωμί με βούτυρο και γλυκά απίθανα και πατάτες τηγανητές και δεν ήμασταν ποτέ παχύσαρκοι, γιατί τρέχαμε συνεχώς έξω, παίζαμε, δεν καθόμασταν στον καναπέ ή στο κομπιούτερ.

Το αναψυκτικό ή την μπύρα μας τα μοιραζόμασταν από το ίδιο μπουκάλι ή τενεκέ με τους φίλους μας. Κανείς μας δεν πέθανε απ αυτό.

Κατασκευάζαμε κάτι γκο-καρτ της συμφοράς με τις ώρες και έπειτα ανεβαίναμε στην κορυφή μιας μεγάλης ανηφόρας και κατεβαίναμε φουλ, ανακαλύπτοντας πολύ αργά ότι είχαμε ξεχάσει να φτιάξουμε φρένα. Γκρεμοτσακιζόμασταν.Ματώναμε.Σπάγαμε χέρια και πόδια. Πονούσαμε. Κλαίγαμε. Δεν βάζαμε τους γονείς μας να κάνουν μήνυση στη μάντρα απ όπου αγοράσαμε τα παλιοσίδερα με τα οποία φτιάξαμε το καρτ μας. Και, νά’μαστε! Ακόμα ζωντανοί. Και ωραίοι. Φεύγαμε από το σπίτι το πρωί και επιστρέφαμε λίγο πριν νυχτώσει.Κανείς δεν μας γύρευε. Ηξεραν ότι θα επιστρέφαμε.

Δεν είχαμε ούτε Play Station ούτε X-Box ούτε video game ούτε 99 κανάλια στην τηλεόραση ούτε ήχο surround, ούτε κινητά τηλέφωνα, ούτε προσωπικούς υπολογιστές, ούτε chat rooms για μοναχικές ψυχούλες στο Ιντερνετ. Είχαμε φίλους που πηγαίναμε έξω για να τους συναντήσουμε. Πλακωνόμασταν στο ξύλο. Ξύλο άγριο, μιλάμε. Ούτε ένας ποτέ δεν πήγε στη μαμά ή στον μπαμπά του για να καταγγείλει εκείνον από τον οποίον τις έφαγε. Πηγαίναμε περπατώντας στα σπίτια των φίλων μας.

Με τα πόδια πηγαίναμε και στο σχολείο. Δεν μας έπαιρναν η μαμά κι ο μπαμπάς ούτε το σχολικό. Οταν δεν είχαμε τι παιχνίδι να παίξουμε, ανακαλύπταμε καινούργια. Με ξύλα, με λαστιχάκια, με μπαλάκια του τένις, με πέτρες, με νερό, με…τίποτα.Το παιχνίδι θέλει φαντασία. Κι εμείς τη δική μας φαντασία την καλλιεργούσαμε.

Νομίζω πως από τη γενιά μου βγήκαν καλύτεροι εφευρέτες, λύτες προβλημάτων και ρισκαδόροι που έχουν βγει ποτέ. Είχαμε ελευθερία, αποτυχίες, επιτυχίες και υπευθυνότητα. Και μάθαμε να τα χειριζόμαστε όλ’ αυτά καλά. Είμαι με μία γενιά που στερήθηκε πολλά, αλλά είχε τα πάντα.

Δε νομίζω πως θα μπορούσα, μετά την παραπάνω περιγραφή, να διαλέξω άλλο επαγγελματικό δρόμο από αυτό που πήρα…της φαντασίας, της δημιουργίας, της συντήρησης και της καταστροφής…


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker