Αρχείο γιά January, 2005

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά January 28th, 2005

Υπάρχουν μερικές στιγμές που γνωρίζεις ότι θέλεις να πεις κάτι. Όμως δεν ξέρεις τι, δεν έχεις τι να πεις. Νιώθεις προς στιγμήν ασφαλής και ευτυχισμένος που δεν υπάρχει τίποτε μέσα σου που να χρειάζεται εξωτερίκευση. Που να θέλεις να το βγάλεις από πάνω σου. Έτσι ζεις με την ψευδαίσθηση ότι η συνείδησή σου είναι ήσυχη και νιώθεις ότι είσαι καλά. Ότι δεν έχεις τίποτα άλλο να μοιραστείς με τον υπόλοιπο κόσμο και αυτό σε χαροποιεί. Αν μια τέτοια ανάγκη προκύψει, γράφεις τον πόνο σου σε ένα κομμάτι χαρτί και ξεβρακώνεις την αφεντιά σου μπροστά στα λάγνα μάτια του αναγνωστικού κοινού. Αλλά τώρα δεν τρέχει τίποτα, και έτσι προσποιείσαι την πνευματική υγεία μέχρι να έρθει κάτι άλλο στην ζωή σου για να σου ταράξει τα νερά. Και τότε ξεδίνεις. Τότε αρχίζει για όλους το γλέντι.

Για εσένα που νιώθεις σαν να κλέβεις την δόξα από τον Nick Cave καθώς δημοσιεύεις λίγες σελίδες από το ημερολόγιό σου και περιμένεις εναγωνιωδώς για τις αντιδράσεις του κοινού. Για όλους τους άλλους που καθώς περιεργάζονται τα όσα λες, κρίνουν και επικρίνουν, επιδοκιμάζουν και αποδοκιμάζουν, συμμερίζονται και τοποθετούνται. Η ανατύπωση των ιδεών και των σκέψεων από το μυαλό στο πρωτοσέλιδο δεν είναι ανάγκη να περιλαμβάνουν μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Μπορεί να είναι, καλή ώρα σαν τώρα, σε ένα site στο internet (ακαθόριστο μέγεθος ακροατηρίου), μπορεί να είναι η τοπική εφημερίδα (μερικές χιλιάδες άτομα), μπορεί να είναι το group ψυχολογικής υποστήριξης που πας κάθε Τετάρτη και Σάββατο (περί τα δέκα άτομα), μπορεί να είναι ο ψυχαναλυτής σου (ένα άτομο, αλλά με επιστημονικές γνώσεις, που ισοδυναμεί με ένα group ψυχανάλυσης και ένα site στο internet χαμηλής αναγνωσιμότητας) ή μπορεί να είναι και ο καλύτερός σου φίλος (που αναμένεται να μην σε βοηθήσει και πολύ πάνω στο ζήτημα διότι «όμοιος ομοίω αεί πελλάζει», οπότε πιθανότατα θα έχει τα ίδια προβλήματα με εσένα…). Όμως τώρα δεν σου συμβαίνει τίποτα. Τότε γιατί εξακολουθείς να θέλεις να γράψεις; Που οφείλεται αυτή η παρόρμηση; Ίσως μπορεί κανείς να θεωρεί τον εαυτό του τόσο σπουδαίο ώστε να νομίζει ότι ο υπόλοιπος κόσμος επιθυμεί να γνωρίζει τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό του. Είναι μια εξήγηση, αλλά όχι για ‘μένα. Μπορεί να είναι φόβος. Τρόμος για την απραξία.

Τώρα πια οι ημέρες περνάνε δίχως να αφήνουν τίποτα πίσω τους παρά μόνο ξοδεμένα δευτερόλεπτα. Και μάλιστα όχι αρκετά εποικοδομητικά. Στις γεμάτες ενδιαφέρον ερωτήσεις για το πως τα περνάς απαντάς μονολεκτικά. Περιμένεις για έναν καινούργιο έρωτα, για ένα νέο ξεφάντωμα για μια νέα επιτυχία. Όμως την αγάπη την έχεις απορρίψει, οι διασκεδάσεις σε αφήνουν πλέον παγερό και πια αισθάνεσαι πολύ βαριεστημένος για να κυνηγήσεις το σουξέ. Δεν έχεις πια άπλυτα για να βγάλεις στην φόρα. Και το χειρότερο, δεν βγαίνεις έξω για να λερώσεις μερικά εσώρουχα. Είσαι σε ένα δωμάτιο με μια βιντεοτηλεόραση και αφού έχεις παρακολουθήσει τις δύο κινηματογραφικές ταινίες που αποτελούν πλέον την ημερήσια δόση σου, σηκώνεσαι, ανάβεις τον υπολογιστή για να γράψεις, ανοίγεις και τον επεξεργαστή κειμένου και μένεις ακίνητος να κοιτάς την λαμπερή οθόνη και να ακούς τον μονότονο ήχο από το ανεμιστηράκι που κάνει αέρα στα πανάκριβα GHz του επεξεργαστή σου ενώ εσύ αρχίζεις να ιδρώνεις. Απορρίπτοντας κάθε τι το σάπιο, κατέληξες να απορρίψεις και τον εαυτό σου. Ίσως γιατί αποτελεί και αυτός ένα κομμάτι του συνόλου. Μπορεί μέσα σου να έχει απομείνει ακόμη η θέληση. Η θέληση να βγεις έξω από το σύνολο (στην καλύτερη περίπτωση), ή να επιπλεύσεις στην επιφάνεια του βούρκου του συνόλου (στην αμέσως επόμενη καλύτερη περίπτωση). Όμως κάθε βήμα εκτός των τειχών σου σε χαλάει. Σου αφήνει μια άσχημη γεύση στο στόμα και σε αναγκάζει να γυρίσεις πάλι μέσα. Ακόμη όμως και αν η άσχημη γεύση μια μέρα εκλείψει εσύ πάλι μέσα θα γυρνάς. Και τότε θα ξέρεις ότι το έχεις χάσει. Το παιχνίδι που παιζόταν από εσένα, για εσένα, εναντίον του εαυτού σου με θεατές και ελλανοδίκες όλους τους άλλους.

Δεν φοβάμαι κανένα, παρά μόνο εμένα, όταν τα ‘χω χαμένα και κολλάει η πένα. Αυτό αναφέρεται σε ένα άλλο γραπτό που ποτέ δεν τόλμησα να ξεθάψω, στο «περί φόβου ο λόγος». Ναι, μερικές φορές ένα ποίημα σταλμένο από το πουθενά είναι μια μικρή ανέλπιστη βοήθεια. Φαντασθείτε έναν μοναχικό θλιμμένο άνθρωπο που ανοίγει τον υπολογιστή του στις 3 μετά τα μεσάνυχτα και βρίσκει ένα καλό ποίημα. Τότε έρχεται η στιγμή να αντιμετωπίσει την προκατάληψη που έχει ο περισσότερος κόσμος για τους συγγραφείς και ποιητές, ότι δηλαδή είναι άχρηστοι, ανάξιοι στη ζωή, αργόσχολοι, ή στην καλύτερη περίπτωση αφελείς, γραφικοί τύποι.

Ξαναδιαβάζοντας το Μάτι, ένα μεγάλο μέρος σκέψεων των τελευταίων τριών χρόνων, συνειδητοποιώ πως έχω γίνει ειδικός στις γυναίκες και σε άλλες ασθένειες…

παράδοση

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά January 11th, 2005

Οι πολυφωνικές μπάντες μου άρεσαν από παλιά, κολλημένος με την παράδοση, ποτέ όμως παραδοσιακός σαν τύπος, σαν το δισκάκι που μου έκαψε η Αρετή και άκουγα στο αυτοκίνητο.. ταξιδιάρικο.

Έτσι και την κυριακή από τις 06:00 άκουγα την πολυφωνία, ανακάλυψα δε πως ή αγαπημένη μου θεία, η Βάια, είναι επαγγελματίας του είδους. Την καλούν, λέει, σε ανάλογες περιπτώσεις για να προσφέρει τις μαγικές τις νότες, να σκαρφίζεται στιχάκια, επι τόπου, και ας μην θέλει να θυμάται αυτά τα λόγια. Κηδεία, μαζεύτηκε όλο το χωριό, όλοι τους είπαν πως ήτανε μικρή, πολυφωνία το μοιρολόι, πολυθρήνία στα μάτια και τα πρόσωπα. Ο Ζήσης διαλύθηκε σε ένα τέρμενο, χτές του είπε η Αθηνά στο τηλέφωνο πως θα έρθει οπωσδήποτε το σάββατο. Δεν κατάλαβε παρά μόνο όταν έφτασε σπίτι να την βρεί πιό κρύα και από το αγιάζι που έτρωγε καθημερινά στα +73:00 στην Μελίτη όταν με το ζευγάρι του τον Πάσχο (κάπου το έχω ξαναπεί) τραγουδούσανε καίγοντας ηλεκτρόδια.. από 2½ μέχρι “μπαζούκας”.

Έτρεξα να συνοδεύσω την Αθηνά στο καινούριο της σπίτι παρέα με τον Κωστή που ήρθε από την Κώ να βρεί την γυναίκα που ποτέ δεν συμπαθούσαμε ιδιαίτερα σαν παιδιά, μα μας μεγάλωνε κάθε κυριακή και γιορτές που μαζευόμασταν στην παλιά αυλή ένα τσούρμο αλητάκια, ξυπόλυτα να κυνηγήσουμε τις κότες με σφεντόνες. Αγόρια και κορίτσια μαζί, όλοι μια παρέα, ένα σόι, είμασταν η δικιά μας φαμίλια. Την γυναίκα που μας μπούκωνε με φρέσκιες πίτες και φέτες μαρμελάδα δεν θα την ξαναδώ, όχι τουλάχιστο σε αυτή την ζωή. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που έπεσε βαρύ στα χέρια μου, το φέρετρο ή το δάκρυ που πότισε το μαύρο πουκάμισο σαν την σήκωσα από το μέρος της καρδιάς. Θυμώνω, μα ο θυμός μου φεύγει… οι άνθρωποι φεύγουν, στενοχωριέμαι για αυτούς που μένουν πίσω. Πρώτη μου φορά είδα κάποιον να στερεύει από δάκρυα.

Το ίδιο βράδυ, καμπόσες ώρες αργότερα, νομίζω ερωτεύτηκα. Την λένε Μαρία. Με κοίταξε και έκανε το πρόσωπό μου να γελάσει χωρίς να ντραπώ. Η ίδια δεν το ξέρει, ο φίλος μου γέλασε στην εξομολόγηση μου… “εσύ δεν θα ερωτευτείς αν δεν σου δώσω την άδεια, σε έχω ταγμένο…” Ρε Μάκη, θυμάσαι εκείνη το κορίτσι…; Δεν έχει πιά κόκκαλα…, την βρήκα και σου ζητώ την άδεια, έστω και άνευ αποδοχών… Σε σκέφτομαι και σε φιλώ καληνύχτα, ίσως να μην πρόλαβα να στείλω μύνημα αλλά ελπίζω να σου έλυσα τις απορίες. Να μην ζηλεύεις, δεν χρειάζεται.

μετά

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά January 7th, 2005

Μετά την ηρεμία της βραδιάς επέστρεψα με ένα ακόμα πιό εντυπωσιακό ταξίδι στα δαιδαλώδη μονοπάτια μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Σου το είχα πεί ότι θα έγραφα απόψε, ήταν κάτι το σάπιο στον αέρα, μιά ιστορία ή καλύτερα παράλληλες ιστορίες που διαδραματίζονται ταυτόχρονα. Σκέψεις που, υπό το βάρος του θλιμένου, γίνονται όνειρα και επανέρχονται, άλλοτε ως εφιάλτες και άλοτε σαν ευτυχία, πρόσωπα οικεία και τρομαγμένα, εικόνες που πέφτουν σαν πολαρόιντ και προκαλούν αγαλλίαση αλλά και πανικό.

Μορφές που δημιουργώ και εξαϋλώνω, να με στοιχειώνουν, πρόσωπα παραμορφωμένα και παράξενα που κραυγάζουν, διαδοχικά deja-vu που επιμένουν να επιστρέφουν, ξανά και ξανά… …μοτίβα στα όρια της μονομανίας, με πειραματισμό και μαεστρία με κάτι μάτια σκοτεινά με αγκάθια, να γίνονται χοάνες προς μιά άλλη διάσταση. Φράσεις ολόκληρες να ανάβουν και να σβήνουν για σένα. Να έχω μία αβάσταχτη αγωνία μόνο για σένα, τις πιό ανύποπτες στιγμές… σκύβοντας να δέσω τα κορδώνια μου, σφίγγοντας το χέρι ενός φίλου, μέσα στον πυρετό μου μετρώντας τη νύχτα. Αναβοσβήνοντας το φώς λίγο πρίν βυθιστώ στο ρεύμα του ύπνου, να φτιάχνω το σκαρίφημα της παρουσίας σου στο σκοτάδι, σα μιά κουβέντα σου να με ακολουθεί σαν ανάσα που σβήνει μέσα στα μαλλία μου πρίν με σκορπίσει σά στάχτη στα νερά της.

Έτσι τα φαντάζομαι. Τα κεφάλια μας να γέρνουν το ένα δίπλα στο άλλο, κουρασμένοι από αξεδίψαστα φιλιά, γυρεύοντας να δώσουμε ένα τέλος σε αυτή την τυραννία…


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker