Αρχείο γιά February, 2005

απόγευμα

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά February 28th, 2005

Μέσα σε ένα απόγευμα χρειάστηκε να μάθω τόσα όσα οκτώ χρόνια μαζί δεν το είχε επιτρέψει. Δεν ξέρω με τί αισθήματα ανάμικτα θα της ξαναμιλήσω αν ποτέ ξαναβρεθούμε. Προτιμότερο θα είναι να ξημερώσει η αυριανή μέρα χωρίς απομεινάρια δικά της στην θύμησή μου. Καλύτερα θα είναι να κλείσω έξω εκείνο το υπέροχα θλιμμένο βλέμα και το πρόσωπο που με ηρεμούσε, και να επισκεφθώ κάποια πινακοθήκη ή να διαβάσω ένα βιβλίο σαν και αυτά που ξεφύλλιζα πιτσιρικάς. Αυτή, ξέρω πως σε κάποια γωνιά της γής θα παλεύει, μάταια, με εφιάλτες που έχει την δυνατότητα να μην τους δίνει σημασία. Μα θα συνεχίσει να το κάνει, γιατί έτσι έμαθε.

Ισως μέχρι τον επόμενο χρόνο, κάποια αναπάντεχη στιγμή θα λάβω νέα της απο το πολύβουο Παρίσι, την θαυμάσια Στοκχόλμη ή όπου θα επέλεξε να ξετινάξει τους φραγμούς της.

Για την Αρετή

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά February 23rd, 2005

Προς το παρόν μούσα μου διασκεδάζεις τον κόσμο, θαρρείς και είμαστε όλοι καλύτεροι από σε. Κάνεις το κοινό μας να κοιτάει εσένα και όχι για να δεί το πως θα ελευθερωθεί. Μαγεύεις με μια ευθύτητα, έχεις κάτι από τον Γιάννη που χρησιμοποιεί τα πιό όμορφα επίθετα με τον πιό τραχύ τρόπο… έτσι και εσύ… η Αγία μου Τριάδα, ο Ρεμπώ, ο Γιάννης και εσύ… Διότι δεν είσαι η μόνη με αλυσίδες, μην έχεις αυταπάτες. Απλά εσύ τις έβαλες μόνη σου, ενώ οι άλλοι τις αποκτήσαν από άλλους. Κληρονομιά είναι, που χάνεται στα βάθη των πρόσφατων αιώνων, των παλαιών των χρόνων (γιατί είμαι και παραδοσιακός λέμε), σαν την πολιτιστική ένα πράγμα. Με την διαφορά ότι αυτή την κληρονομιά δεν μπορείς να την πουλήσεις, ενώ εσένα σε πουλήσαν και σε αγοράσαν περίσσιες φορές.

Μπορείς όμως να πάρεις ένα σφυρί και να την σπάσεις, όπως κάλλιστα μπορείς να σπάσεις και μένα με την κάθε σου λέξη. Και αν κάποιοι σου αφήσαν ένα κτήμα, μάθημα για να μην επαναλάβεις τα σφάλματα του παρελθόντος, εσύ το αγνόησες και διάλεξες να γίνεις «Αρετή» βάζοντας τα αισθήματά σου σε μουσεία σαν και τούτο. Διάλεξες να φορέσεις αλυσίδες. Το μανιφέστο σου γράφεται σε κόκκινα πανό. Γράφεται όμως και σε μπλόγκ (από το web + log = weblog~blog) και πολυτελή, δερματόδετα ντοσιέ που αλλάζουν χέρια υπό την βοή χειροκροτημάτων. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο, αλλά και τα δύο θα τα δείξει η τηλεόραση. Τροφή για το κοινό, σαν και μένα… Στην Σαλονίκη πάντως εγώ δεν σε είδα…

Υ.Γ.: Δε το έκλεισα ποτέ το αυτί μου και το μάτι μου σε κανενός το μύνημα… είναι που ξυπνώ νωρίς, συχώρα με.

γιατί δεν μου κάθεσαι λέμε

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά February 22nd, 2005

«Ακόμα μ’αρέσεις». Αυτό της είπα, αλλά δεν χαμογέλασε.

Κοκκίνησε λίγο, έσκυψε το κεφάλι και συνέχισε να μου διαβάζει μέσα απο το εγχειρίδιο την ερμηνεία των χαρτιών. Προτιμότερο θα ήταν να μην της το έλεγα. Γιατί την τάραξα. Με κουβέντες που της έχουν πεί τόσοι άλλοι. Κουβέντες σκάρτες, ύπουλες, που τρυπώνουν παράξενα στη συνείδηση του ανθρώπου και τον αποβλακώνουν. Γιατί ξαφνικά έρχετε αντιμέτωπος με μια αλήθεια που δεν μπορεί να δεκτεί, αλλά και που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Για μια στιγμή ξέχασα πως απέναντι μου είχα έναν άνθρωπο με ιστορία, ένα φλασκί με αισθήματα που πλυμμύριζε τον χώρο με το άρωμά του.

Έκανα το λάθος, όπως τόσοι άλλοι, να την υπερτιμήσω. Να νομίσω πως μπορώ να πω ότιδήποτε κι αυτή θα ανταποκριθεί κατα βούληση. Σε τί όμως; Σε μια πρόκληση δίχως ζητούμενο. Κι αυτή, εκεί, γυρμένη μέσα σ’ενα μπεστ-σέλλερ, διάβαζε στα αγγλικά ερμηνείες, ψάχνωντας μέσα στις σελίδες να κρυφτεί απο τον κόσμο, απο τις ερωτήσεις μου, απ’τις δικές της κίολας απορίες. Λιγόθυμη και μεθυσμένη, σε λίγο ξεκίνησε να παραμιλά και ο μονόλογος αυτός δεν είχε νόημα. «Τα παίρνεις όλα πολύ στα σοβαρά» της ξαναείπα. Και γύρισε το σοβαρό της βλέμμα, φορτωμένο με δίψα για ξεγνοιασία. Τί είναι αυτά που λές, πήγε να μου φωνάξει. Όμως είχε δίκιο.

Χρειαζόταν χρόνο, απο τον οποιονδήποτε, για να ξαναπιστέψει. Είχε γυρίσει την πλάτη της σε ότι αγαπούσε και έτρεχε. Έτρεχε όσο πιο μακρυά γινόταν και περίμενε πως οι αληθινοί προς αυτήν θα την ακολουθούσαν. Μόνο που πολεμόντας την αδιαφορία είχε καταλήξει ακόμη πιο μόνη. Έβαλε προυποθέσεις που κανείς δεν ήταν πρόθυμος να αποδεκτεί. Φράγματα αξεπέραστα. Τείχη, εδώ κι εκεί, κι αυτή βασίλισσα του κάστρου, να εβρίσκομαι πάλι στην απ’ έξω… αυτή περίμενε μια φωτιά ή μια φλόγα για να την λυτρώσει απο μια ατέλειωτη, σιωπηλή, άδικη μοναξιά.

Υ.Γ.: …γιατι δεν μου κάθεσαι λεμε….

αλλάζοντας τα γεγραμμένα

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά February 20th, 2005

Φορούσε μαύρα ακριβά ρούχα κι εκείνο το ηττημένο βλέμμα που με δέσμευε να το αντικρύζω με τις ώρες. Να το κρατώ παραπανήσια δευτερόλεπτα στο δικό μου και να μαντεύω τα μυστήρια τα πέπλα που την έζωναν. Ήταν εκείνο το μαύρο χρώμα που κανείς έβρισκε μόνο σε ακριβά ρούχα, σχεδόν αφόρητο. Όλα τα άλλα, τα ξεπλυμμένα, τα γεμάτα ασπρισμένους λεκέδες και κόμπους μαύρα δεν της ταίριαζαν. Μόνο μέσα σε αυτό μου φάνηκε άνετη. Ωσάν να είχε εξασκηθεί στο φόρεμά του. Μέχρι και η γωνιά του προσώπου της, ήταν σε τέτοια θέση γυρισμένη, με τον λαιμό λίγο γυρτό να φανερώνει το απαλό της δέρμα-, ώστε να συμβάλει κι αυτό στην απόλυτή της αρμονία.

Κι όταν δεν παιχνίδιζε με τα δάκτυλα, ανίκανη να κρύψει την ταραχή της, μιλούσε για πράματα παράλογα που κανείς, στ’αλήθεια, δεν ήθελε να ακούσει. Για έραστές του Σαββατοκύριακου και αγάπες που έσβηναν μαζί με την δύση του ήλιου… και πουθενά μέσα στα λόγια της δεν μίλαγε για πρωινά ξημερώματα απο έναν ζαλισμένο ύπνο, για γλυκά, κόκκινα απογεύματα του φθινοπώρου. Παρα μόνο για τα χρυσαφιά φύλλα που κάθε τόσο απλώνονταν στα πόδια της. Ήταν τόσο γλυκιά, έτσι όπως φορτώνονταν τα μάτια της με δάκρυα που μέσα στον βιαστικό της εγωισμό τα έπνιγε. Κι άν δεν ήμουν εγώ, θα έτρεχα να την αγκαλιάσω. Να την χωρέσω όλη στο στήθος μου και να της ψιθυρίσω υποσχέσεις, νομίζοντας πως δεν της έχουν ξανακάνει. Μα δεν μπόρεσα και δεν το τολμούσα.

Της τσίμπησα ελαφρώς το μάγουλο και της αράδιασα μια μασημένη σοφία: Πως όλα είναι σχετικά και οτι τα δεδομένα αλλάζουν… πως η φυγή δεν είναι λύση και ο Γολγοθάς της πρόσκαιρος…

προς το παρόν

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά February 3rd, 2005

Προς το παρόν, το ναρκωτικό μου είναι το οξυγόνο, το έγκλημά μου η απάθεια, και το μαχαίρι που μπήγω στην καρδιά μου οι ίδιες μου οι σκέψεις. Γιατί ό,τι και αν ακούσω, ό,τι και αν δω, πάντα εκεί είναι. Δυνάμεις. Με σπρώχνουν όλο και πιο βαθιά. Στα έγκατα του εαυτού μου. Όσο περισσότερο κι αν παλεύω για να βρεθώ στην επιφάνεια, τόσο πιο πολύ βουλιάζω εκεί μέσα. Στον βούρκο των ιδεών μου, που μου τριβελίζουν τα αυτιά και με κρατούν ξάγρυπνο τις νύχτες. Είναι σαν χιλιάδες μυρμήγκια να περπατάν στα αυλάκια του εγκεφάλου σου. Μόνο και μόνο για να σε κάνουν να αισθανθείς τύψεις για το τίποτα. Να σε ζώσουν σαν τα φίδια και να ρίξουν από πάνω σου ένα μαύρο πέπλο. Στοιχειά. Έτσι θα τις ονομάζω. Γιατί στοιχειώνουν την ψυχή μου σαν να θέλουν να την κρατήσουν για πάντα κοιμισμένη. Βαθιά, σε έναν λήθαργο αδράνειας.

Είχατε ποτέ εκείνο το συναίσθημα ότι έχετε μπροστά σας τον ρεμπέτη με την στολή του θεριστή; Και δεν σηκώσατε τις γροθιές σας, αλλά τον κοιτάξατε στα μάτια. Για να δείτε τι θα υπάρξει μετά. Για να δείτε τι υπήρχε πριν. Δεν θα σας απαντήσει όμως. Δεν θα δεχθεί να κάνει τον αγώνα σας τόσο εύκολο. Έτσι λοιπόν και εσείς θα εξαντλείτε τον εαυτό σας κάθε βράδυ. Κάθε νύχτα θα περιμένετε μέχρι το ρολόι πάνω στο ράφι να δείξει τρεις, τέσσερις, πέντε η ώρα το πρωί. Και μόνο τότε θα αφεθείτε στις αγκάλες του Μορφέα. Αφού άλλωστε μόνο εκείνος θα υπάρχει κοντά σας εκείνη την στιγμή. Οι αγαπημένοι σας, καθώς και τα στοιχειά σας, θα έχουν πάει για ύπνο. Ξέσπασμα. Βγες έξω να ερωτευτείς! Να εξοργιστείς, να λατρέψεις, να μισήσεις. Είναι όμως αυτά πραγματικές ανάγκες; Έχει άραγε προσπαθήσει κανείς να ζήσει χωρίς αυτές; Γιατί εκεί καταλήγει κανείς κυνηγώντας τα στοιχειά του. Με το θυμιατό ανά χείρας, φωνάζεις ξόρκια αριστερά και δεξιά καθώς τα καταδιώκεις στα σοκάκια του μυαλού σου. Και άξαφνα, βρίσκεσαι μπροστά στην πρόκληση να ζήσεις σε έναν κόσμο που σε καλεί να ζήσεις έντονα. Μια πρόκληση που είσαι καταδικασμένος να δεχθείς και να παρατήσεις. Γιατί για τα μέτρια πράγματα, υπάρχουν μόνο μετριοπαθή συναισθήματα. Είτε θετικά, είτε αρνητικά.

Υ.Γ.: Υπήρχαν επίσης άλλα 3 γραπτά ημιτελή, τα οποία, καλύτερα δηλαδή, για να μην εκνευρίζονται κι άλλοι με μένα, δεν θα δουν ποτέ τη χαρά να γίνονται βορά στα μάτια σας. Χέστηκε η φοράδα μέσ’ στ’αλώνι, και που βγήκαν μερικά, κακώς βγήκαν. Γιατί κακώς ξεκίνησε το παιχνίδι αυτό από την στιγμή που εσύ σταμάτησες να παίζεις μαζί μου.. είσαι έμπνευση, αλλά δεν μου κάθεσαι πλέον… “Ο παράδεισος μου ‘πεφτε πάντα λιγάκι στενός. Θέλω μια κόλαση στα μέτρα μου”


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker