Αρχείο γιά March, 2005

…Όλοι οι άντρες ανεβαίνουν ψηλά και μετά πέφτουν…

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά March 30th, 2005

« …Όλοι οι άντρες ανεβαίνουν ψηλά και μετά πέφτουν… »

Απαιτεί μοναξιά, ρώτα τους όλους, διότι η μοίρα μας είναι σκληρή και κανένας μας δεν καταφέρνει να είναι πολύ δυνατός και πολύ όμορφος χωρίς να καταστρέψει ή να ξεπέσει στα μάτια του άλλου. Γελάς ενώ είσαι ψηλά αλλά ότι έφτιαξες με κόπο αναιρούνται ένα προς ένα και μετά φτάνει το τέλος και τα χάνεις όλα. Είμαστε σκλάβοι της μοίρας. Όσο διστάζεις τόσο η ζωή θα σε δαγκώνει, θα σου πίνει την χαρά σου ρανίδα τη ρανίδα. Αυτοί που αγαπάνε με πόθο χάνουν τα πάντα κι αυτοί που αγαπάνε με εγωισμό ζούν στις καρδιές των πρώτων για πάντα. Όσο τους ταΐζεις, τους ποτίζεις, φροντίζεις για αυτούς στο τέλος (πιθανομετρικά) θα στραφούν εναντίον σου.

Εμείς, εμείς πάλι το σκοτώσαμε, με την σιωπή μας, βοηθήσαμε και εμείς, γιατί δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε. Προσπάθησες να μπείς αμέτρητες στιγμές στο μυαλό μου, το μόνο που θα χρειαζόταν να κάνεις είναι να ρωτήσεις. Όπως κάθε άλλη φορά, εσύ συνέχιζες να με κλείνεις έξω από το δικό σου. Δεν ήθελες να έχουμε βλέπεις το ίδιο τέλος, « …δε σε παίρνει… », έλεγες και να που τα κατάφερες. Η τραγωδία μου είναι η συνεχής μοναξιά και η έλλειψη υπομονής με αυτούς που τόσο πίστευα πως καταλάβαινα.

Αν και η προσπάθειά μου απέτυχε, αυτη μου η ίδια η αποτυχία ήταν και ο μεγαλύτερος θρίαμβος. Γίνομαι ελεύθερος, μετρώ τους κόμπους δάκρυα, διατηρώ οποιοδήποτε ίχνος περηφάνιας και ψυχραιμίας, φορώ τα αγαπημένα μου ρούχα και λαμπιρίζω περίεργα μέσα σε ένα δώμα που συνεχώς αδειάζει. Εγώ θα επιστρέψω. Μέχρι τότε όμως εξακολουθείς να κάνεις όνειρα. Ματωμένα και βίαια, γιατί δεν σου περνάει από το μυαλό ότι μπορείς να βγάλεις φτερά και να πετάξεις…την επόμενη φορά βάψε τα μαλλιά σου μαύρα, όχι τα πανιά σου…

Υ.Γ.: …κάποιες γυναίκες ανυψώνονται ακόμα ψηλότερα, μα η πτώση τους είναι μεγαλύτερη καί σε ένταση και σε διάρκεια, γιατί αυτές το θέλουν και το έχουν ανάγκη… το τίμημα της ανασυγκρότησης…

κάστρα

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά March 19th, 2005

Τη επόμενη μέρα κατηφοριζεις απο τα κάστρα. Βλεπεις ολη την πολη. Κινηση και ζωντανια, που θες να εισαι μερος της. Η σημερινη μερα δεν ειναι σαν τις αλλες. Δεν ξερεις γιατι, αλλα νιωθεις κάπως… διαφορετικά. Στο βαθος φαινεται το λιμάνι με τον Αλέξανδρο και τον Λευκό Πύργο και απο πανω απ’ όλα ειναι ενας ηλιος, σα να μη θελει να δυσει. Σαν την βόλτα με τις μουσικές που δεν ήθελες να πάρεις το πόδι από το γκάζι. Ενα πορτοκαλι χρωμα στον ουρανο, μ’ εναν ζεστο ανεμο να σου φερνει αναμνησεις και μυρωδιες απ’ τα λουλουδια γυρω.

Τα φωτα μολις αναψαν στην πλατεια και το μονο που ακους πια ειναι γελια και φωνες. Ενα ακορντεόν κάποιου Σέρβου μετανάστη βρισκει τις λεξεις, που χρονια προσπαθουσες να μαντεψεις, να πεις αυτο που εχεις μεσα σου. Και εσυ το νιωθεις. Δεν ξερεις τι ειναι, ξερεις οτι ειναι εδω κοντα. Μπορεί και να περνάει από δίπλα σου μα κανείς από τους δυό σας δεν το ξέρει λέμε. Δυο στενά πίο κάτω βρισκεις το πρόστυχο κτήνος που κοιμάται στην καρδιά του δικού σου Σύμπαντος. Ο Απόλυτος Αρχοντας. Το Κακό. Ο Μέγας Δολοπλόκος Έρωτας.

Μέσα στην νύχτα της πόλης, στο Βασίλειο των ηττημένων αισθημάτων, το τρένο σου φεύγει… περνά από μπροστά σου μικρέ μου. Ο Εγωιστής Έρωτας από ψηλά, στα εκατό χιλιάδες Ανάκτορα που κανείς δεν μπορεί να βρεί, παρακολουθεί τα πάντα… την κάθε σου κίνηση. Σαν να περιμένει το λάθος… το τέρας! Η αιωνιότητα του ανήκει γιατί μέχρι τώρα ήταν ο Αφέντης της. Ας βασιλεύσει η σιωπή σου, ας μην μάθεις ποτέ. Είδα πάλι το ίδιο όνειρο που έβλεπα τις τελευταίες εβδομάδες. Ήμουν στο ίδιο σπίτι, στην κορφή ενός λόφου και γύρω του χιλιάδεις χαρές που ήθελαν να με φτάσουν από χαμηλά, με τα τραγούδια και τα γέλια τους. Και μετά έπεφτε το σούρουπο και ούτε χαρές, ούτε τραγούδια και γέλια. Χάνονταν μες στη νύχτα και την ψύχρα που έφτανε.

γνωριμία

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά March 17th, 2005

Εκεί, από το πουθενά τη γνώρισα τυχαία, μετά από ένα άλλο τόσο τυχαίο τηλεφώνημα, μετά από ένα (δυό φορές πιο) τυχαίο καφέ. Σα να με περίμενε. Στέκεται με την πλάτη στον τοίχο, φάτσα κάρτα. Δεν κοιτάει εμένα. Κοιτάει χαμηλά, αλλά ξέρει οτι είμαι εκεί. Σηκώνει το κεφάλι αργά και με κοιτάει στα μάτια. Χαμογελάει ενώ μ’ ακούει να τσαμπουνώ αηδίες και δαγκωνει το κάτω χείλος. Τίποτε άλλο δεν έχει πια σημασία παρά μόνο εκείνο το δαγκωμένο χαμόγελο. Να σε κοιτά στα μάτια σαν να κρέμεται από την κάθε σου λέξη, να σε κάνει να νιώθεις μιά απειλή με την απίστευτη συγκατάβασή της… Πές μου και ένα όχι, να μην σε ερωτευτώ.

Ποιά κοσμική συνομωσία ήθελε ένα κορίτσι σαν κι αυτό να μένει μόνο του; Ποιά αρρωστημένη θεότητα έπαιζε με το μυαλό της; Γιατί αυτό την τρέλαινε. Μέσα στο αμάξι, στο γυρισμό, άλλαξε φωνή και η ματιά της μώβιζε κάτω απο το ηλεκτρικό φώς. Μου έβαλε να ακούσω μουσική και αυτή κάρφωνε στο βλέμμα στο άπειρο ανίκανη να εκφράσει τις σκέψεις της κρυμμένη πίσω από το γνωστό της χαμόγελο. Γκρίζα και θλιμμένη σαν την βροχή που έπεφτε και μούσκευε τον δρόμο. Μια κλωστή απο σταγόνες που αυτοκτονούσαν κάθε τόσο απο το περβάζι του παραθύρου μέχρι τον πεζόδρομο. Πνιγόταν κι αυτή, σαν και μένα, μέσα στον θόρυβο της πόλης. Εαν ήταν να έπαιζε κάποιο τραγούδι εκείνη τη στιγμή για να συμπληρώσει την ατμόσφαιρα, θα ήταν σίγουρα εκείνο του δισκάκι των Alpha απο τα τελευταία μου Χριστούγεννα στο Μάντσεστερ. Κι αν θα της ταίριαζε κάτι άλλο πέρα απο την γύμνια του προσώπου της, θα ήταν τα ζωγραφισμένα δάκρυα και το μαραμένο χαμόγελο κάποιου Σαρλόμ. Σκορπούσε, έτσι ήσυχα, τις ακτίδες θλίψης της, και δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσα να της πώ για να απομακρύνω την μουντάδα των συννέφων.

Όταν θα έφευγα, πιθανόν θα γλιστρούσε μέσα στις πυτζάμες της, θα άναβε ένα κίτρινο κερί και θα πνιγόταν στο μαξιλάρι της. Μπορεί και να περίμενε μέσα σ’όλη αυτή την κοσμοχαλασιά, κάποιον αγαπημένο φίλο να την πάρει τηλέφωνο. Μόνο αυτό το λίγο, για να μην νιώθει πια το βάρος της στειρότητάς της, το κενό που άφησε στην ψυχή της μία φωτογραφία. Ήθελα να της στείλω ένα μήνυμα, δοκιμάζοντας να απαλύνω τον ξαφνικό της ξεπεσμό, μα δεν έχει κινητό. Την λυπήθηκα. Τόσο πολύ που πόνεσε. Και αυτήν κι εμένα που έφυγα και δεν την πήγα άλλη μιά βόλτα το τετράγωνο… και άλλη μία και μιάν ακόμα…

μάθε

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά March 11th, 2005

Κάθε χρόνο εγώ μεγάλωνα μα αυτή φάνταζε επιβλητικά αιωνόβια: με τα όμορφα μαύρα της μαλλιά, την ψηλή κορμοστασιά της, τα λιτά της ρούχα. Θαύμαζα, τότε, την ικανότητά της να γερνάει τόσο περήφανα. Και στοιχηματίζω πως ο θρόνος του λέοντα, πρέπει να είχε φτιαχτεί αποκλειστικά για κείνη… γιατί καμία μετά απο αυτήν, δεν κατάφερε να ομορφύνει τόσο πολύ ένα έπιπλο όσο το έκανε η ίδια. Όσες φορές κι αν έχω αράξει εγώ το κορμί μου επάνω της, ποτέ δεν καταφέρνω να νιώσω τόσο μεγαλοπρεπής και τόσο σοφός όσο φάνταζε αυτή στα παιδικά μου μάτια. Ρίχνομαι πάνω της άβολα, αφύσικα, τσαλακκωμένα. Έπειτα απο τόσα χρόνια δεν έχω καταφέρει να ισορροπήσω το κορμί μου σωστά, να απλώσω τα πόδια και τα χέρια μου ανάλογα. Την ίδια έχω σε περίοπτη θέση δίπλα στις κλειστές πόρτες του μπαλκονιού. Κάποια ζεστά βραδάκια την βγάζω έξω και χαζεύω τους περαστικούς.

Μυρίζει ωραία απο ψηλά κι ας ζώ σε βρώμικη συνοικία. Ο αέρας είναι πιο ανάλαφρος, ο κόσμος πιο μακρυνός, λίγο πιο ψεύτικος, λίγο πιο ελκυστικός από ‘δώ πάνω. …Στο βάθος… η θάλασσα…πίσω απο τα κενά που αφήνουν οι στέγες των κτιρίων, όσο που φαίνετε. Όχι πολύ για να εντυπωσιάσει, μα αρκετά για να με καθησυχάζει στο τέλος της κάθε μέρας πως όλα έχουν τελειώσει σωστά. Πως μέσα σ’αυτή την κόλαση της παράλογης, διαρκούς ανακύκλωσης των σάπιων γεγονότων κάποια πράγματα μπορούν και παραμένουν τα ίδια. Πως ακόμη κι εγώ ο ίδιος έχω ακόμη την ικανότητα να επιστρέφω στο αρχικό σημείο. …Το έχω ανάγκη αυτό. Χρειάζομαι να πιαστώ απο αμετάβλητες σταθερές?κι αφού τα χρόνια κυνισμού με έχουν στερέψει απο τις ωραιότερες ψευδαισθήσεις που φωλιάζουν στο μυαλό του ανθρώπου?το μόνο που μου μένει, είναι αυτή. Που διαρκώς με προκαλεί να μάθω να κάθομαι σωστά και να υποδέχομαι το τέλος της μέρας με καμάρι. Κι αυτό το κομμάτι θάλασσας… που μου επιτρέπει, καμμιά φορά, να ξαναγίνομαι παιδί και να ταξιδεύω. Μα αυτή τη νύχτα, δεν κάνω τις συνηθισμένες μου σκέψεις.

Γυρνώ μηχανικά το κλειδί στην πόρτα και την κλείνω πίσω μου βιαστικά. Ρίχνω μια γρήγορη ματιά στο διαμέρισμα που περίμενα πως θα το έβρισκα άνω κάτω, με τις πολυθρόνες σκισμένες, τα συρτάρια αναποδογυρισμένα, την βιβλιοθήκη στο πάτωμα. Ψάχνω ακόμη και για κάποια σκιά που θα με περίμενε στο βάθος με το τσιγάρο στο στόμα και το ρεβόλβερ στο χέρι ή έναν μπράβο που θα με χτυπούσε με ρόπαλο απο πίσω και θα με έριχνε αναίσθητο στο πάτωμα. Το διαμέρισμα όμως, βρίσκετε στην ίδια κατάσταση όπως το είχα αφήσει. Αυτό το βράδυ δεν ανάβω τα φώτα. Βάζω ένα ποτήρι σαγκριά και κάθομαι στην πολυθρόνα, κοιτάζοντας την κοιμησμένη λεωφόρο πίσω απο τα σφαλισμένα παράθυρα. Αυτή τη φορά δεν αποζητώ την θάλασσα, ούτε δοκιμάζω να ελέγξω το κορμί μου. Στυφνά και μουδιασμένα, κάθομαι, με το ποτήρι στο χέρι που τρέμει ακόμη, με το βλέμα κόμπο να καρφώνετε σε ένα ασυνάρτητο κενό, παρέα με τις σκιές που χορεύουν στο σαλόνι.

Ξεφυλλίζοντας το άλμπουμ της μνήμης μου προσπαθώ να πιαστώ απο μια εικόνα που θα με βοηθήσει να ξεπεράσω τη νεκρική αγωνία αυτής της νύχτας. Πολλά πρόσωπα, λίγες εντυπώσεις. Νιώθω σαν ετοιμοθάνατος που στα λίγα δευτερόλεπτα που προηγούνται του θανάτου του, δεν έχει καταφέρει ακόμα να βρεί μια κλωστή της ζωής του που να δένει κάποιο νόημα στην φθίνουσα ύπαρξή του. Πάντοτε είχα την εντύπωση πως ένας άνθρωπος που πεθαίνει χαμογελαστά είναι ένας άνθρωπος που είχε ευτυχήσει εν ζωή, και που στην ύστατη στιγμή μπόρεσε να ανακαλέσει στο μυαλό του ένα ή και αμέτρητα πρόσωπα που τον βοήθησαν στην αλλόκοσμη μετάβασή του. Ψάχνω με μανία μέσα απο τα δακτυλίδια του καπνού και το μόνο που συνεχίζω να βλέπω είναι το παράλογο κενό της ζωής μου. Αυτό που δεν καταφέρνουν να γεμίσουν ούτε τα βιβλία ούτε και οι καταχρήσεις. Εμένα. Αναγκάζομαι να πάω ακόμα πιο πίσω στον χρόνο, στις εποχές εκείνες που δεν επέλεγα τί θα καταγράψω και τί θα σβήσω απ’το μυαλό μου. Στο παιδί. Τότε που ένα χάρτινο αεροπλανάκι ή τα παιχνίδια με τους βόλους ήταν προκλήσεις άξιες προσπάθειας. Τότε που το πάθος και ο πόθος ήταν ακόμη ένα. Κι αφού δεν βρίσκω ένα νόημα στο φθαρμένο μου παρόν και άμεσο παρελθόν, επιστρέφω χρόνια πρίν όπου τα πάντα ήταν ακόμη τυλιγμένα σε μια μεταξένια μαγεία.

Γυρίζω σε μια γειτονία, σε μια παρέα απο μαγκάκια, σε ένα γδαρμένο γόνατο, σε δυό μάτια περήφανα να κλάψουν. Σε μια εποχή που βιαζόμουν να μεγαλώσω, απλά για να συνειδητοποιήσω χρόνια μετά, πως θα’θελα, καταβάθος, να έμενα για πάντα παιδί. …Με αδικαιολόγητη φαντασία, με ξέγνοιαστο μυαλό, με τρύπιες κάλτσες, με καθαρή καρδιά, ξύνω τις πληγές για να βρώ μια αρκετά βαθειά. Μια που να μην είχε κλείσει. Πιο εύκολο μου είναι να θυμηθώ αυτά που με πόνεσαν παρά αυτά που με έκαναν ευτυχισμένο. Μοιάζει πως όλη ευτυχία της ζωής μου συνοψίζετε μέσα σε ένα φευγαλέο δευτερόλεπτο. Όλη η υπόλοιπη είναι μια αδιάκοπη ροή αδιαφορίας… …Σήμερα γιορτάζω άπειρα χρόνια αδιάφορης ύπαρξης. άπειρους κύκλους χρόνου που κυλάει και με αφήνει στάσιμο, σ’ένα απόκοσμο Δονκιχωτικό πεδίο, να πολεμάω νερόμυλους και τους δαίμονες μου…

Υ.Γ.: τώρα έμαθες… και ας μην έχουν ακόμα σειρά…

εδώ

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά March 8th, 2005

Εδώ είναι μία θεματική ενότητα καλής πίστης, φίλτατοι. Σε προειδοποιεί από την αρχή, ότι δεν είχα κανένα σκοπό, παρά μόνο ιδιωτικό και οικείο, δεν έλαβα υπόψη μου ούτε την δική σου εξυπηρέτηση, ούτε την δική μου δόξα. Οι δυνάμεις μου δεν επαρκούν για τέτοιους σχεδιασμούς. Αν ήθελα να κερδίσω την εύνοια του κόσμου, θα στολιζόμουν με δανεικές ομορφιές. Θέλω να με βλέπουν στον απλό μου τρόπο, φυσικό και κοινό, χωρίς σοφίες και τεχνάσματα, γιατί εμένα ζωγραφίζω εδώ και χρόνια μέσα από την κάθε μου γραμμή και το κάθε γράμμα που πληκτρολογώ ή γράφω.

Τα ελαττώματά μου θα διαβαστούν ζωντανά, οι ατέλειές μου και οι αφελείς μου τρόποι θα φαντάζουν δημιουργήματα, όσο μου επιτρέπει ο σεβασμός σας. Αν ήμουν ανάμεσα σε εκείνους τους ανθρώπους που, όπως λένε, ζούνε ακόμα κάτω από την γλυκιά ελευθερία των πρώτων νόμων της φύσης, σε διαβεβαιώνω ότι θα με είχα ζωγραφίσει ολόκληρο και ολόγυμνο…. Το μόνο μου λάθος είναι ο χρονισμός…

I’ll see you soon (not by Coldplay)

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά March 7th, 2005

Σκούρα τα πράγματα μικρή μου εργοταξιακιά (to be)… Γιατί είσαι άνθρωπος. Μπορείς να παίξεις το παιχνίδι, μπορείς και να το αλλάξεις, αλλά δεν μπορείς να προβλέψεις με ακρίβεια τις συνέπειες των πράξεών σου. Γιατί τον κόσμο όπου ζεις δεν τον έφτιαξες εσύ. Απλώς βρέθηκες να είσαι κομμάτι του. Μπορείς να τον διαταράξεις ως ισχυρό ον που είσαι (ναι σου λέω…), αλλά δεν μπορείς να δεις σε βάθος χρόνου. Είπαμε, άνευ γυαλιών δεν θές να δείς πιό μπροστά και από την μύτη σου.

Εμένα πάντα με βόλευε αυτο, αντί να κοιτάς μπροστά, κοιτάς μέσα… και έχεις και βάθος ρε γαμώ τη μου. Μη προσπαθήσεις να μάθεις πως θα είναι κάθε τι στο σύμπαν σε ένα δευτερόλεπτο από τώρα. Γιατί και η ανάσα σου ακόμη θα φέρει τα πάνω κάτω. Κάτι υπάρχει εκεί κάπου ανάμεσα στο παρόν και στο μέλλον, αλλά δεν γνωρίζεις πως θα πλασάρεις αύριο τον εαυτό σου και αν αυτό το τελευταίο σε ανησυχεί… δεν είσαι η μόνη.

Η Αθήνα με κάνει και νιώθω άδειος, μα το χαίρομαι, ειδικά όταν παίρνω 4-5 από εσάς και τους βάζω στο ίδιο δωμάτιο, τους δίνω φωνές και νότες και μετά να βλέπω μέχρι πού θα το πάτε… στο άπειρο. Μακάρι να σε είχα μέσα στα μάτια μου να το έβλεπες και μέσα στ’ αυτιά μου να τ’ ακούς… θα σε δώ σύντομα..

με λένε

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά March 2nd, 2005

Mε λένε Φρανκ. Eίμαι κλεισμένος εδώ και ένα μήνα στο σπίτι μου και ζω μόνο με μια σκέψη. Nα καταφέρω να βρω αυτό που ψάχνω. Tο έχασα- δεν ξέρω πότε ακριβώς- και είμαι σίγουρος πως θα το βρω. Το Φρανκ δεν είναι το πραγματικό μου όνομα, εκείνη με φώναζε Φρανκ γιατί της θύμιζα τον ήρωα του Nάνου Aστρονόμου. Όχι, ούτε νάνος είμαι, ούτε αστρονόμος, όμως της τον θύμιζα κι εγώ δεν είχα παρά να μάθω να ακούω σε αυτό το όνομα, τουλάχιστον όταν με φώναζε εκείνη.

Σήμερα έψαξα τα παλιά μου χειρόγραφα μήπως και κάτι μου θυμίσει που βρίσκεται αυτό που ψάχνω. Έκανα άνω κάτω το δωμάτιο. Mετά πήγα και ήπια δύο ποτήρια νερό. Και ξάπλωσα λιγάκι για να ξεκουραστώ. Aποκοιμήθηκα χωρίς να το καταλάβω. Ξύπνησα ιδρωμένος. H ζέστη είναι ανυπόφορη. Σκέφτομαι να αγοράσω έναν ανεμιστήρα αλλά αυτό θα σήμαινε ότι πρέπει να βγω. Kι εγώ θέλω να κάνω το παν για να το αποφύγω. Eίναι και που δεν χτυπάει καθόλου το τηλέφωνο. Mόνο μια φορά κι αυτό ήταν από την πιτσαρία για να επιβεβαιώσουν μια παραγγελία… εκεί που νομίζω πως έχω πιάσει πιά πάτο, φροντίζεις να βάζεις πάντα στο χέρι μου ένα ολοκαίνουριο φτυάρι…

Πάλι αιμορραγούσα και δεν είχα αρκετό πανί να δέσω όλες τις πληγές. κουφάλα, σε αγαπω, γράφω και κλαίω


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker