Αρχείο γιά January, 2006

Συνέπεια

7 τσαχπινιές January 28th, 2006

Στον ακρωτηριασμό του κορμιού όταν το κρεββατι ορφανεύει και η παρουσία του άλλου στοιχειώνει τη θλίψη σου με φαντάσματα – εικόνες που έχουν μείνει, δε φοβάμαι. Αυτή έρχεται πάντα απρόσμενα και επίμονα παίζοντας παιχνίδια με τα δικά μου όνειρα. Σε περιόδους καθολικής ανορεξίας για όλα, έβρισκα καταφύγιο στο δρόμο και μέσα στον εξεφτελισμό του μοναχικού μου δείπνου.

Νοσταλγούσα πάντα αυτό που ποθούσα μα δεν κατάφερα με την απραξία μου ή λόγω καταστάσεων να έχω. Γι’ αυτό και μ’ άρεσε να γυρίζω άσκοπα, να γράφω στίχους, ελλείψη συνομιλητή. Όλα ήταν έξω από μένα. Μετά έπαψα να βλέπω. Δεν ήταν ακριβώς σκοτάδι, ήταν ένα περίεργο φώς που ποτέ δεν είχα ξαναδεί. Τα κβάντα του κορμιού μου απελευθερωμένα.

Τούτη η συντροφιά τελικά δεν μοιάζει τόσο τρομερή. Αισθάνθηκα πως είχα ακόμα κάποια απόσταση να κάνω, κάποιο πέρασμα που με τραβούσε σε κάτι καινούριο. Τα παλιά χάθηκαν, ήμουν πουλί, ψάρι δίχως μνήμη. Βρέθηκα σ’ αλμυρό νερό, διάφανο μέχρι κάτω, κόλπος και θάλασσα, ίδια αλμύρα, ίδια έκταση. Ατάραχα, ήσυχα, ευδαίμονα, το πεδίο του δυνατού είχε εξαντληθεί. Αυτή την φορά ήταν διαφορετική από τις άλλες και τα πυρά του έρωτα τυφλά. Ένας πόλεμος μπορεί να μοιάζει παιχνίδι όταν είσαι παιδί μα ο έρωτας είναι το τελευταίο όριο χωρίς κανόνες πριν ενηλικιωθείς.

Στην πραγματικότητα ποτέ δεν ήρθες όσες φορές και αν περασα από τα στέκια σου, δεν το σήκωσες όσες φορές και αν πήρα. Κρίμα…

Έρωτας και θάνατος έχουν την ίδια αναμονή.

Μόνο που δεν είναι το ίδιο συνεπείς.

Έτσι το είχα φανταστεί

4 τσαχπινιές January 23rd, 2006

Έτσι το είχα φανταστεί.Τα χέρια μας να αγκίζονται κρυφά. Τα χέρια μας να αγκίζονται απαλά. Τα χέρια μας να παίρνουνε φωτιά. Τα γόνατά μας κάτω από το τραπέζι, όλα να καίγονται, να ανάβουν φώτα στην παραλία και στο βάθος να κυλάνε τα νερά που δε θα γυρίσουν πίσω.

Έτσι το είχα φανταστεί. Μιά εκδρομή. Μέσα σε ένα αμάξι που θα τρέχει με ταχύτητα αφήνοντας πίσω του τοπία δίχως ανθρώπους, κτίρια σιωπηλά, μεγάλα, φωτεινά, δίχως ανθρώπους, σύννεφα που συνεχώς αλλάζουν την μορφή τους εκλιπαρώντας την προσοχή μας. Όλα να γίνονται παρελθόν σε δευτερόλεπτα. Έτσι το είχα φανταστει. Να διασχίζουμε δρόμους με άγνωστα ονόματα, κοιτάζοντας τα παράθυρα με τις σκιές των ανθρώπων να περνάνε γρήγορα σαν αερικά. Να βαδίζουμε γλείφοντας λέξεις, μουσκεύοντας παλιές πληγές με καινούριες που με την σειρά τους θα γίνουν και αυτές παρελθόν. Ένα παρελθόν κλειστό σαν πληγή. Μία ουλή στο χέρι σου. Σαν ρυτίδα που μιλά για το παρελθόν, μια πληγή. Το χέρι μου που σου χαϊδεύειι τα μαλλιά. Το χέρι μου που σου χαϊδεύει το στήθος, εγώ που χαϊδεύω αυτή τη ρυτίδα στο χέρι σου.

Έτσι το είχα φανταστει. Το πρόσωπό μου να αναβοσβήνει. Να ανάβει και να σβήνει όπως το φώς του ραδιοφώνου, ένα σήμα κινδύνου που χάνεται μέσα στο σκοτάδι και στην απαλή βροχή. Ένα φώς το είχα φανταστεί, να φωτίσει δικαιολογίες, να επουλώσει κρυφές πληγές. Για λίγο. Ώσπου να γυρίσω το κεφάλι και να έχει γίνει παρελθόν. Μιά ανάμνηση δύσκολο να την προσπεράσεις, δύσκολο να την αγνοήσεις. Πότε στο αριστερό σου χέρι και πότε στο δεξί. Πότε καθόλου, πουθενά. Έτσι το είχα φανταστεί. Μια θέση δίπλα σου να αντέχω το βάρος της μοναξιάς, ανάβοντας ένα τσιγάρο να σε τυλίγει ο καπνός όπως οι λέξεις. Μέσα στο στόμα μου οι λέξεις σα τον καπνό να στις φυσάω στο δικό σου στόμα. Λίγες.

Να στις πώ λαχανιασμένα πριν διαλύσουν στο σάλιο σου, γράμματα σαν δαχτυλίδια καπνού. Με τα μάτια κλειστά. Με τα μάτια αμίλητα. Με τα μάτια υγρά και κατακόκκινα απ’ τον καπνό και τις λέξεις που φυσάω στο στόμα σου, και πνίγεσαι και δακρύζεις και βήχεις. Γιατί κανείς δε μπορεί να καταπιεί ολόκληρες της λέξεις “αγάπη” και “για πάντα”. Παντα κάποιο γράμμα γλιστράει από τα χείλη και χάνεται, πέφτει μετρώντας ερείπια από άλλα γράμματα, από άλλες λέξεις που έμειναν μισές. Τσακισμένες.

Έτσι το είχα φανταστεί. Να βγαίνουμε από το σκοτάδι σε ένα ποτάμι από φώς. Σαν μονάδα, φορώντας ο ένας το κορμί του άλλου. Έτσι το είχα φανταστεί.

Σημείωση: διασκευή του “για πάντα”

όταν

4 τσαχπινιές January 19th, 2006

Όταν συνειδητοποιώ πως δεν έχω που να πάω και κανείς, από τους ανθρώπους που γνωρίζω δεν μπορεί να με βοηθήσει, όλες οι λαϊκές ρήσεις-λύσεις είναι άχρηστες.Μπερδεύτηκα, αυτος που γελάει τελευταίος γελάει καλύτερα ή τελικά είναι αυτός που κλαίει πρώτος; Αυτές οι κουβέντες του ότι μεγαλώνω με ρίχνουν.

Όλοι μας κάποια στιγμή νιώθουμε άδειοι. Μερικές φορές νιώθω ότι ξέρω αγνώστους στο δρόμο περισσότερο απ’ όσο ξέρω εμένα. Από την μέρα που με θυμάμαι προσπαθώ να κρυφτώ πίσω από γνώση και φιλοσοφίες, με άσκοπες εξηγήσεις που περιγράφουν καταστάσεις, ξέρω ότι έιμαι τυφλός και ας είναι φωτεινά τα φώτα στα σοκάκια της πόλης. Δε μπορώ πλέον να τα περπατήσω, οι δρόμοι δεν νοιάζονται για μας.

Είναι μια μάχη που δεν μπορεί να τελειώσει με ειρήνη, μόνο θάνατο. Πολλά πράματα στην ζωή έρχονται μόνο μία φορά, και πρέπει να τολμήσεις, να φωνάξεις, να πηδήξεις στην φωτιά για να τα πάρεις, γιατί κανένας δε θα σου χαρίσει τίποτα πλήν αυτών που πραγματικά σε λατρεύουν.

Έχω εμπιστευτεί πια την ζωή μου στο θάρρος. Ούτε τον Θάνατο φοβάμαι, αλλά ούτε και θέλω να ζήσω μακρυά σου. Δεν έχω επιλογές. Αν θές να πάμε πιό αργά πες το μου και εγώ θα σου σιγοτραγουδήσω πάλι στο αυτί. Και όταν ειπωθεί και η τελευταία λέξη ακούς τον ήχο της καρδιάς που πάρθηκε και την ιστορία των δακρύων από έναν βασιλιά που, μην αυταπατάσαι, δεν είμαι εγώ. Για μένα είμαι ένας – κανένας.

περί φόβου, απόσπασμα

5 τσαχπινιές January 10th, 2006

Δεν με φοβίζει να χάνομαι στις σκέψεις μου, με φοβίζει περισσότερο να μην έχω τον χώρο και τον χρόνο να χάνομαι σε αυτές όσο θέλω ή έχω ανάγκη. Κακά τα ψέματα, όταν υπάρχουν σκέψεις να κάνεις, τι κάνεις όπου και όπως και νά’ σαι. Μέσα όμως σε μια καθημερινότητα αστική, δραστήρια και καταιγιστική, οι σκέψεις δεν μπορούν, πως να το πω, να “απογειωθούν” όσο χρειάζεται. Ή συμβαίνει το άλλο…οι “καλές” και ουσιαστικές ή θετικές σκέψεις πολλές φορές έρχονται σε δεύτερη μοίρα γιατί μπλοκάρονται από άλλες σκέψεις, trivial και διεκπεραιωτικές, του εδώ και του τώρα.

Στο ταξίδι, σε κάθε ταξίδι, ιδιαίτερα σε ένα ταξίδι συνεχούς κίνησης όπως αυτό με αυτοκίνητο το καταπιεστικό εδώ-και-τώρα χάνεται, χάνεται η αίσθηση του τεμαχισμένου χρόνου και του οριοθετημένου χώρου και τη θέση τους παίρνει η απεραντοσύνη. Το ίδιο συμβαίνει και σε συνθήκες αντίθετες, δηλαδή συνθήκες πλήρους ακινησίας. Ο χρόνος και ο χώρος ανοίγουν και γίνονται τεράστια, τόσο τεράστια που πια δεν έχουν σημασία, γίνονται ελαφριά, τόσο ελαφριά που παύεις να τα νοιώθεις. Και νοιώθεις ελεύθερος και είναι όμορφα και εθίζεσαι και θέλεις να το κάνεις ξανά και ξανά. Επιστρέφω και αυτό δεν είναι υπόσχεση, είναι απειλή…

υ.γ.: …ναι, ξέρω, στα @@ σας, μα μην πεί κανείς ότι δεν προειδοποίησα…


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker