γνωριμία

March 17th, 2005

Εκεί, από το πουθενά τη γνώρισα τυχαία, μετά από ένα άλλο τόσο τυχαίο τηλεφώνημα, μετά από ένα (δυό φορές πιο) τυχαίο καφέ. Σα να με περίμενε. Στέκεται με την πλάτη στον τοίχο, φάτσα κάρτα. Δεν κοιτάει εμένα. Κοιτάει χαμηλά, αλλά ξέρει οτι είμαι εκεί. Σηκώνει το κεφάλι αργά και με κοιτάει στα μάτια. Χαμογελάει ενώ μ’ ακούει να τσαμπουνώ αηδίες και δαγκωνει το κάτω χείλος. Τίποτε άλλο δεν έχει πια σημασία παρά μόνο εκείνο το δαγκωμένο χαμόγελο. Να σε κοιτά στα μάτια σαν να κρέμεται από την κάθε σου λέξη, να σε κάνει να νιώθεις μιά απειλή με την απίστευτη συγκατάβασή της… Πές μου και ένα όχι, να μην σε ερωτευτώ.

Ποιά κοσμική συνομωσία ήθελε ένα κορίτσι σαν κι αυτό να μένει μόνο του; Ποιά αρρωστημένη θεότητα έπαιζε με το μυαλό της; Γιατί αυτό την τρέλαινε. Μέσα στο αμάξι, στο γυρισμό, άλλαξε φωνή και η ματιά της μώβιζε κάτω απο το ηλεκτρικό φώς. Μου έβαλε να ακούσω μουσική και αυτή κάρφωνε στο βλέμμα στο άπειρο ανίκανη να εκφράσει τις σκέψεις της κρυμμένη πίσω από το γνωστό της χαμόγελο. Γκρίζα και θλιμμένη σαν την βροχή που έπεφτε και μούσκευε τον δρόμο. Μια κλωστή απο σταγόνες που αυτοκτονούσαν κάθε τόσο απο το περβάζι του παραθύρου μέχρι τον πεζόδρομο. Πνιγόταν κι αυτή, σαν και μένα, μέσα στον θόρυβο της πόλης. Εαν ήταν να έπαιζε κάποιο τραγούδι εκείνη τη στιγμή για να συμπληρώσει την ατμόσφαιρα, θα ήταν σίγουρα εκείνο του δισκάκι των Alpha απο τα τελευταία μου Χριστούγεννα στο Μάντσεστερ. Κι αν θα της ταίριαζε κάτι άλλο πέρα απο την γύμνια του προσώπου της, θα ήταν τα ζωγραφισμένα δάκρυα και το μαραμένο χαμόγελο κάποιου Σαρλόμ. Σκορπούσε, έτσι ήσυχα, τις ακτίδες θλίψης της, και δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσα να της πώ για να απομακρύνω την μουντάδα των συννέφων.

Όταν θα έφευγα, πιθανόν θα γλιστρούσε μέσα στις πυτζάμες της, θα άναβε ένα κίτρινο κερί και θα πνιγόταν στο μαξιλάρι της. Μπορεί και να περίμενε μέσα σ’όλη αυτή την κοσμοχαλασιά, κάποιον αγαπημένο φίλο να την πάρει τηλέφωνο. Μόνο αυτό το λίγο, για να μην νιώθει πια το βάρος της στειρότητάς της, το κενό που άφησε στην ψυχή της μία φωτογραφία. Ήθελα να της στείλω ένα μήνυμα, δοκιμάζοντας να απαλύνω τον ξαφνικό της ξεπεσμό, μα δεν έχει κινητό. Την λυπήθηκα. Τόσο πολύ που πόνεσε. Και αυτήν κι εμένα που έφυγα και δεν την πήγα άλλη μιά βόλτα το τετράγωνο… και άλλη μία και μιάν ακόμα…

Entry Filed under: Uncategorized

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά

Απαραίτητο

Απαραίτητο, (κρυφο)

Some HTML allowed:
<a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>

Trackback this post  |  Subscribe to the comments via RSS Feed


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

  • No categories

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker