μάθε

March 11th, 2005

Κάθε χρόνο εγώ μεγάλωνα μα αυτή φάνταζε επιβλητικά αιωνόβια: με τα όμορφα μαύρα της μαλλιά, την ψηλή κορμοστασιά της, τα λιτά της ρούχα. Θαύμαζα, τότε, την ικανότητά της να γερνάει τόσο περήφανα. Και στοιχηματίζω πως ο θρόνος του λέοντα, πρέπει να είχε φτιαχτεί αποκλειστικά για κείνη… γιατί καμία μετά απο αυτήν, δεν κατάφερε να ομορφύνει τόσο πολύ ένα έπιπλο όσο το έκανε η ίδια. Όσες φορές κι αν έχω αράξει εγώ το κορμί μου επάνω της, ποτέ δεν καταφέρνω να νιώσω τόσο μεγαλοπρεπής και τόσο σοφός όσο φάνταζε αυτή στα παιδικά μου μάτια. Ρίχνομαι πάνω της άβολα, αφύσικα, τσαλακκωμένα. Έπειτα απο τόσα χρόνια δεν έχω καταφέρει να ισορροπήσω το κορμί μου σωστά, να απλώσω τα πόδια και τα χέρια μου ανάλογα. Την ίδια έχω σε περίοπτη θέση δίπλα στις κλειστές πόρτες του μπαλκονιού. Κάποια ζεστά βραδάκια την βγάζω έξω και χαζεύω τους περαστικούς.

Μυρίζει ωραία απο ψηλά κι ας ζώ σε βρώμικη συνοικία. Ο αέρας είναι πιο ανάλαφρος, ο κόσμος πιο μακρυνός, λίγο πιο ψεύτικος, λίγο πιο ελκυστικός από ‘δώ πάνω. …Στο βάθος… η θάλασσα…πίσω απο τα κενά που αφήνουν οι στέγες των κτιρίων, όσο που φαίνετε. Όχι πολύ για να εντυπωσιάσει, μα αρκετά για να με καθησυχάζει στο τέλος της κάθε μέρας πως όλα έχουν τελειώσει σωστά. Πως μέσα σ’αυτή την κόλαση της παράλογης, διαρκούς ανακύκλωσης των σάπιων γεγονότων κάποια πράγματα μπορούν και παραμένουν τα ίδια. Πως ακόμη κι εγώ ο ίδιος έχω ακόμη την ικανότητα να επιστρέφω στο αρχικό σημείο. …Το έχω ανάγκη αυτό. Χρειάζομαι να πιαστώ απο αμετάβλητες σταθερές?κι αφού τα χρόνια κυνισμού με έχουν στερέψει απο τις ωραιότερες ψευδαισθήσεις που φωλιάζουν στο μυαλό του ανθρώπου?το μόνο που μου μένει, είναι αυτή. Που διαρκώς με προκαλεί να μάθω να κάθομαι σωστά και να υποδέχομαι το τέλος της μέρας με καμάρι. Κι αυτό το κομμάτι θάλασσας… που μου επιτρέπει, καμμιά φορά, να ξαναγίνομαι παιδί και να ταξιδεύω. Μα αυτή τη νύχτα, δεν κάνω τις συνηθισμένες μου σκέψεις.

Γυρνώ μηχανικά το κλειδί στην πόρτα και την κλείνω πίσω μου βιαστικά. Ρίχνω μια γρήγορη ματιά στο διαμέρισμα που περίμενα πως θα το έβρισκα άνω κάτω, με τις πολυθρόνες σκισμένες, τα συρτάρια αναποδογυρισμένα, την βιβλιοθήκη στο πάτωμα. Ψάχνω ακόμη και για κάποια σκιά που θα με περίμενε στο βάθος με το τσιγάρο στο στόμα και το ρεβόλβερ στο χέρι ή έναν μπράβο που θα με χτυπούσε με ρόπαλο απο πίσω και θα με έριχνε αναίσθητο στο πάτωμα. Το διαμέρισμα όμως, βρίσκετε στην ίδια κατάσταση όπως το είχα αφήσει. Αυτό το βράδυ δεν ανάβω τα φώτα. Βάζω ένα ποτήρι σαγκριά και κάθομαι στην πολυθρόνα, κοιτάζοντας την κοιμησμένη λεωφόρο πίσω απο τα σφαλισμένα παράθυρα. Αυτή τη φορά δεν αποζητώ την θάλασσα, ούτε δοκιμάζω να ελέγξω το κορμί μου. Στυφνά και μουδιασμένα, κάθομαι, με το ποτήρι στο χέρι που τρέμει ακόμη, με το βλέμα κόμπο να καρφώνετε σε ένα ασυνάρτητο κενό, παρέα με τις σκιές που χορεύουν στο σαλόνι.

Ξεφυλλίζοντας το άλμπουμ της μνήμης μου προσπαθώ να πιαστώ απο μια εικόνα που θα με βοηθήσει να ξεπεράσω τη νεκρική αγωνία αυτής της νύχτας. Πολλά πρόσωπα, λίγες εντυπώσεις. Νιώθω σαν ετοιμοθάνατος που στα λίγα δευτερόλεπτα που προηγούνται του θανάτου του, δεν έχει καταφέρει ακόμα να βρεί μια κλωστή της ζωής του που να δένει κάποιο νόημα στην φθίνουσα ύπαρξή του. Πάντοτε είχα την εντύπωση πως ένας άνθρωπος που πεθαίνει χαμογελαστά είναι ένας άνθρωπος που είχε ευτυχήσει εν ζωή, και που στην ύστατη στιγμή μπόρεσε να ανακαλέσει στο μυαλό του ένα ή και αμέτρητα πρόσωπα που τον βοήθησαν στην αλλόκοσμη μετάβασή του. Ψάχνω με μανία μέσα απο τα δακτυλίδια του καπνού και το μόνο που συνεχίζω να βλέπω είναι το παράλογο κενό της ζωής μου. Αυτό που δεν καταφέρνουν να γεμίσουν ούτε τα βιβλία ούτε και οι καταχρήσεις. Εμένα. Αναγκάζομαι να πάω ακόμα πιο πίσω στον χρόνο, στις εποχές εκείνες που δεν επέλεγα τί θα καταγράψω και τί θα σβήσω απ’το μυαλό μου. Στο παιδί. Τότε που ένα χάρτινο αεροπλανάκι ή τα παιχνίδια με τους βόλους ήταν προκλήσεις άξιες προσπάθειας. Τότε που το πάθος και ο πόθος ήταν ακόμη ένα. Κι αφού δεν βρίσκω ένα νόημα στο φθαρμένο μου παρόν και άμεσο παρελθόν, επιστρέφω χρόνια πρίν όπου τα πάντα ήταν ακόμη τυλιγμένα σε μια μεταξένια μαγεία.

Γυρίζω σε μια γειτονία, σε μια παρέα απο μαγκάκια, σε ένα γδαρμένο γόνατο, σε δυό μάτια περήφανα να κλάψουν. Σε μια εποχή που βιαζόμουν να μεγαλώσω, απλά για να συνειδητοποιήσω χρόνια μετά, πως θα’θελα, καταβάθος, να έμενα για πάντα παιδί. …Με αδικαιολόγητη φαντασία, με ξέγνοιαστο μυαλό, με τρύπιες κάλτσες, με καθαρή καρδιά, ξύνω τις πληγές για να βρώ μια αρκετά βαθειά. Μια που να μην είχε κλείσει. Πιο εύκολο μου είναι να θυμηθώ αυτά που με πόνεσαν παρά αυτά που με έκαναν ευτυχισμένο. Μοιάζει πως όλη ευτυχία της ζωής μου συνοψίζετε μέσα σε ένα φευγαλέο δευτερόλεπτο. Όλη η υπόλοιπη είναι μια αδιάκοπη ροή αδιαφορίας… …Σήμερα γιορτάζω άπειρα χρόνια αδιάφορης ύπαρξης. άπειρους κύκλους χρόνου που κυλάει και με αφήνει στάσιμο, σ’ένα απόκοσμο Δονκιχωτικό πεδίο, να πολεμάω νερόμυλους και τους δαίμονες μου…

Υ.Γ.: τώρα έμαθες… και ας μην έχουν ακόμα σειρά…

Entry Filed under: Προσωπικά,Αναμνήσεις

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά

Απαραίτητο

Απαραίτητο, (κρυφο)

Some HTML allowed:
<a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>

Trackback this post  |  Subscribe to the comments via RSS Feed


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker