my precious

September 4th, 2004

Οι σκέψεις μου πάλι μπερδεύονται. Θαμπώνουν από την ζαλάδα των γιορτών. Δεν με αγκίζουν όμως. Παραμένω στάσιμος, ανέγκιχτος, ριζωμένος και παλουκώμενος στις απόψεις μου. Απορώ με τα θεμέλια. Τόσο γερά. Φαίνεται τα έχτιζα καιρό και χωρίς να το ξέρω. Υποσυνείδητα έχτισα τα πιο γερά θεμέλια και δύσκολο να γκρεμιστούν σαν τα κύματα στους βράχους. Κάπως μάταια. Ξέφυγα με το λογοτεχνικό το ύφος και θέλω να αποφύγω να γίνω τετριμένος. Τι έλεγα λοιπόν;

Πολλά και ίσως και λίγα. Σκέψεις που φαντάζομαι όλοι τις νιώθουμε κάπως οικίες. Κατάθλιψη είναι θα μου περάσει. Μα δε θέλω να μου περάσει, να φύγει να ξανάρθει και πάλι από την αρχή. Διχάζομαι. Δε είναι κατάθλιψη λέω στον εαυτό μου. “Μη προσπαθέις να με ησυχάσεις.Βαρέθηκα πια, μα ακούς; Βαρέθηκα.” Σε μια φάση διχασμού και πλήρης αφασία. “Μη προσπαθέις να με παρηγορήσεις, το ακους; Δε θα καταφέρεις τίποτα. Είναι μάταιο.” Δεν είναι λοιπόν κατάθλιψη.

Δεν ματαιοπονείς στο λάκο με τα σκατά αντί να κάνεις ένα βήμα για να βγεις, δεν είσαι μίζερος, ούτε και μυγιάγκιχτος και ούτε σνομπάρεις την ζωή. Είσαι ρεαλιστής. Ρεαλιστής μιας πραγματικότητας. Μια πραγματικότητας που δε θέλεις άλλο να δεχτείς. Την έχεις δεχτεί και έζησες με αυτήν. Ήσουν γνώστης και αυτό σε έκανε ανώτερο. Φτάνει όμως πια. Συνάφη. Μπερδεμένος. Χάνω κάπως τον συνειρμό μου. Συγχισμένος και όλα βγαίνουν ποταμός από μέσα μου, αστείρευστος. Οι γιορτές που θα έρθουν θα προσπαθλησουν να με ξεγελάσουν. Οι πρόσχαρες συγκεντρώσεις, το ξαπόσταμα για απόσταγμα ελπίδας. Τι ωραία, όλα ωραία και καλά. Θα στολίσω το δέντρο, θα ακούσω τα κάλαντα, θα φάω γαλοπούλα. Θα βγώ με τους φίλους μου, θα ανταλάξουμε δώρα και όλα στο τέλος θα θυσιαστούν στο προσποιητό στο πρέπει, στην ανταλαγή, στο νόμο της πρόσφοράς και της ζήτησης.

-Πόσα θέλεις;
-Πόσα δίνεις;

Ειρωνεία και σαρκασμός για όλα πια. Το μόνο που μου μένει. Κρίση. Θέλω να φωνάξω. Να φωνάξω, να το μάθει όλος ο κόσμος πως νιώθω. Να τα σπάσω όλα γύρω να κραυγάσω ότι Ζω. Ζω, ζω, ζω! Συνηθισμένη κρίση πανικού είναι, θα μου περάσει. Μόνο όταν κλέινω τα μάτια όλα περνάνε. Ξεχνιέμαι. Χουχουλιάζω στα ονειρά μου. Είμαι πρωταγονιστής στις πιο απίθανες ιστορίες. Πρωτομάστορας και πρωτογνώστης. Ζω όπως θα ήθελα, χαμογελώ και δακρύζω, ερωτεύομαι, κλαίω, γελώ. Ζω. Ίσως για αυτό τον τελευταίο καιρό κοιμάμαι. Ύπνος υπερβολικός. Περίεργο αλλά κοιμάμαι απίστευτες ώρες απίστευτης δίαρκειας.

Λύτρωση. Έγραψα, ξέσπασα, ανακουφίστηκα, πάω να αποτραβιχτώ τώρα, νύσταξα. Όταν βρω το νόημα, αν υπήρχε το νόημα υπάρχει και θα υπάρξει, όποτε, όταν και εάν, να έιστε σίγουροι πως δε θα σας το πω ποτέ. Θα είναι δικό μου, μόνο δικό μου. Το πολυτιμό μου…my precious…

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά

Απαραίτητο

Απαραίτητο, (κρυφο)

Some HTML allowed:
<a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>

Trackback this post  |  Subscribe to the comments via RSS Feed


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker