νέο κύμα

January 3rd, 2009

Είναι πρωί μα μέσα του νιώθει ακόμα την νύχτα που πέρασε. Είναι ακόμα μεθυσμένος, προσπαθεί να κρατήσει τον έλεγχο γιατί άλλη μια φορά θα ανεβεί, στο τραπέζι, στο σκοινί, άλλη μια φορά θα κάνει του κεφαλιού του, να μάθει να δημιουργεί όπως ζει. Θυμάται τον πατέρα του να κάνει το ίδιο πράγμα σε μεγάλα κέφια, πολλές φορές μάλιστα άναβε και τσιγάρο, κάτι παλιά Oscar 100′s, σε μαλακό ολόχρυσο πακέτο.

Βγαίνοντας στο δρόμο, ένας άνεμος του έριξε μια παγωμένη σφαλιάρα και πέταξε μακριά το καπέλο του, μα δεν γύρισε να το κυνηγήσει, ήταν παλιό και φθαρμένο. Στάθηκε στην διάβαση του τρένου και κοντοστάθηκε κοιτώντας δεξιά κι αριστερά, ζεσταίνοντας το χέρι του στο βρώμικο τρίχωμα ενός αδέσποτου σκύλου, περιμένοντάς το να περάσει. Κοίταξε ψηλά το φεγγάρι, βγαλμένο από παιδικό παραμύθι, και θυμήθηκε μια καρίνα που έσκιζε σκοτεινά νερά και ένα μαχαίρι που κρατούσε στα χέρια του λίγα βράδια πριν. Περπατούσε σαν αγρίμι σε κλουβί μέσα στο σαλόνι και καθώς το χαλί έπνιγε το θόρυβο των βημάτων του, αυτός πήγε και στάθηκε δίπλα στο παράθυρο κοιτώντας το ζεστό χέρι μιας γυναίκας… κι η ταραχή του μεγάλωνε.

Δεν μπόρεσε ποτέ να ελέγξει αυτό το κύμα που έβγαινε από μέσα του, το είχε από παιδί, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να το περιγράψει ούτε ένα «Σκέφτομαι και γράφω» του βλοσυρού δασκάλου του, ούτε με λίγα λόγια στους γονείς του που τον κοιτούσαν με απορία σαν ξένοι κάθε φορά που προσπαθούσε να εξηγήσει τα μέσα του. Όταν ήταν ακόμα έφηβος, προσπάθησε να βγάλει το κύμα εκεί που πήγαιναν όλοι οι φίλοι του. «Πέρασε μέσα», του είχε πει η κοπελιά, μα με το που κάθισε στο κρεβάτι αισθάνθηκε την μυρωδιά που είχαν αφήσει τα σώματα όσων περάσανε πριν από τον ίδιο. Έπειτα ένοιωσε πως είναι όταν το ψάρι πιάνεται στο δίχτυ. Το πικρό του κύμα, απαίσιο. Δεν του έφτασε να κλάψει για να το ξορκίσει.

Οι γονείς του συνέχιζαν να ζουν την καθημερινότητά τους, προσπαθώντας να τον προξενέψουν σε καθωσπρέπει νύφες, μέχρι που τον έβαλαν και σε μια πρωινή δουλειά. Τώρα στεκόταν στην διάβαση. Έπαψε να σκέφτεται το φεγγάρι, την καρίνα, το μαχαίρι. Φαντάστηκε τον βαριεστημένο μηχανοδηγό που καθώς θα περνούσε αφηρημένος δε θα πρόφταινε να φρενάρει.

Σημείωση:
Προσπαθώ να βάλω, και εγώ με την σειρά μου, στόχους για τη νέα χρονιά, να σκεφτώ κάτι πιο αισιόδοξο. Ψάχνω μέσα στις λέξεις σου να με βρω, να συνδυάσω κάτι να φανεί το πότισμα της λεκτικής έκφρασης του έρωτά μου, μα το μόνο που μου έχει κολλήσει στο κεφάλι είναι ο στίχος:
«…όσα έχω χρεωμένα ζω…»

Θα ήθελα να μπορούσα να έγραφα (για) τις στιγμές που δεν υπάρχουν οθόνες και πλήκτρα.

Χρόνια καλά

Entry Filed under: Κάπου σε ξέρω,Προσωπικά,Σκοτάδια,Βγάλε άκρη

Πες και εσύ μιά τσαχπινιά

Απαραίτητο

Απαραίτητο, (κρυφο)

Some HTML allowed:
<a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>

Trackback this post  |  Subscribe to the comments via RSS Feed


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker