Αναρτήσεις 'Αναμνήσεις'

άνευ

5 τσαχπινιές June 5th, 2008

- …απολαυστικό…

- …για να κάνω την μέρα σου καλύτερη…

Τι περισσότερο να πούμε; Μιλήσαμε. Τα είπαμε. Τώρα ξέρουμε. Γνωρίζαμε και πριν, μα είναι αυτή η ικανότητα τρίτων να σε πείθουν για αυτά που δεν μπορείς να πιστέψεις πως ήδη νιώθεις απόλυτα. Κολοβωμένος κι εγώ σ’ αυτόν τον αναποφάσιστο τόπο ανάμεσα στη μάσκα και την όψη, γδαρμένος ανάμεσα σε αυτό που δείχνεται και σε αυτό που κρύβεται, μπήκα να δώσω σημείο ζωής, να σερφάρω. Παραδόξως είμαι κατάστεγνος.

Μόνο η σκέψη της συνεχούς απουσίας σου μου ιδρώνει το αυτί.
Σε κάθε παρτίδα υπάρχει μόνο μιά κίνηση ματ, τα υπόλοιπα είναι στρατηγική μωρό μου.

…ακαταμάχητα οδυνηρό…

υστεριόγραφο: κόλλησα στο “για πάντα”

πότε τα καλά παιδιά γίνονται κακά;

8 τσαχπινιές July 10th, 2007

Όταν ήταν γύρω στα δώδεκα μίλησε στην Έλενα, τον πρώτο του μεγάλο έρωτα, για τον φανταστικό του φίλο που τον φώναζε χαϊδευτικά Μάξιμο. Αυτή είχε την κακή συνήθεια να τον φιλά απαλά στα χείλη και να του υπενθυμίζει πως ο φίλος του αυτός, ήταν στην πραγματικότητα ανύπαρκτος. Τον προκάλεσε μάλιστα να τον καλέσει στο σπίτι για γλυκό μα την ίδια μέρα, ο Μαξιμος μας άφησε. Η νεκρώσιμη ακολουθεία έγινε σε κλειστό κύκλο: αυτός και ένα κουτσό γερασμένο αδέσποτο, η λογική των άλλων του είχε στερήσει τον καλύτερό του, ως τότε, φίλο.

Με τον καιρό κατάφερνε να καταστείλει την φυσική του ντροπαλότητα και την αμηχανία που τον έπιανε γύρω απο ανθρωπους, ειδικότερα γυναίκες. Το πιο δύσκολο απ’ολα όμως ήταν να ελέγχει το κατέβασμα των ματιών του στο πάτωμα. Μιλούσε,κατέβαζε, του μιλούσαν, κατέβαζε.

«Η μόνη σου σωτηρία είναι να γαμήσεις», του είχε πει ένας Μάης. Και έτσι μια μέρα ανακάλυψε τον φανταστικό κόσμο των γυναικών… και ο κόσμος ανακάλυψε τον φανταστικό αυτόν.

Αγαπούσε τα βιβλία όσο αγαπούσε και τις γυναίκες, μα σε ένα τέτοιο τρίγωνο, δεν θα βρείς ποτέ ορθές γωνίες και δεν είναι σίγουρα ποτέ ισοσκελές. Εν καιρώ αφιερώθηκε στην ανάγνωση και στο γράψιμο, σε έναν ένλογο πειραματισμό που του άφηνε λίγη όρεξη και καθόλου χρόνο για όλα, πλήν ενός… του ασθενούς φίλου.

Την πρόσεξε από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της μέσα στην αίθουσα, μια αόρατη αύρα περιέβαλε την φιγούρα της, που μπορεί να μην είχε εισβάλει ακόμα στο οπτικό του πεδίο, την ένιωσε όμως σίγουρη κοντά του. Βυθίστηκε σε ένα ηδονικό παραλήρημα, φέρνοντας την μορφή της γυμνή δίπλα του, με τα απαλά της μαλλιά λυμένα να ξεχύνονται καταρράκτης στην πλάτη της, έβλεπε πάνω της, ήδη, τα σημάδια του. Ώρες αργότερα, την παρακολουθούσε χωμένη κάτω από τα σεντόνια, να κοιμάται ανήσυχα, ακόμα λιγάκι ιδρωμένη, να σέρνει αναστεναγμούς που προκαλούν τόση ταραχή ώστε να θες να την ξανασφίξεις πάνω σου. Χαθήκανε…

Χρόνια μετά, στο διάλειμμα μιάς θεατρικής παράστασης τον προσπέρασε, αρκούμενη σε ένα απλό βλέμμα περιέργειας που έριξε ασυναίσθητα για να δει ποιός ήταν δίπλα της. Η φωτισμένη αίθουσα άρχισε να γυρίζει γύρω-γύρω, παρακολουθώντας τα πρόσωπα να εναλλάσονται τόσο γρήγορα, τόσο απότομα, και ταυτόχρονα στο μυαλό του κολλημένη η εικόνα της. Αναρωτήθηκε αν είχε πιεί πολύ εκείνη την νύχτα. Έλεγξε το ποτήρι του που ήταν ακόμα γεμάτο. Έπιασε κωμικά τον παλμό του, και ασυναίσθητα έφερε το χέρι στην καρδιά χαμογελόντας. Ένιωθε τον κτύπο της γρήγορο, απότομο, κοφτό. Έσφιξε την παλάμη του να την καθησυχάσει. Γύρισε να ξαναενωθεί με την παρέα του, και γέλασε με το αστείο που είπε ο φίλος του, χωρίς καν να ακούσει τί ακριβώς ήταν.

“…Πότε τα καλά παιδιά γίνονται κακά;…” Αναρωτήθηκε.

Άλλαξε βλέμμα και πορεία. Ζήτησε από την παρέα του να τον συγχωρήσει για ένα λεπτό και ξεχύθηκε να την βρεί μέσα στο πλήθος του φουαγιέ. Η μυρωδιά του κορμιού της, το ίδιο ηδονική όπως ακριβώς την θυμάται, του μαγνήτισε την πιό δυνατή του αίσθηση, την όσφρηση. Την ζύγιασε και κοιτώντας την στα μάτια, την ρώτησε αν θυμόταν ότι πριν από χρόνια μέσα στη μέθη της του ζήτησε να την σώσει από τον μικρό της εαυτό και την αδυναμία της να ζεί μονάχη. Την ρώτησε γιατί, μαζί με ένα κάρο ακόμα γιατί, που ξεχύθηκαν από μέσα του σαν κόκκοι απο σκισμένο σακί, ενώ ένιωσε να αδειάζει.

Εκέινη ψευτοχαμογέλασε γιατί ξαφνικά ήρθε αντιμέτωπη με αλήθειες που δεν μπόρεσε να δεκτεί, μα και που δεν μπορεί να πραγματοποιησεί. Φόρεσε το σοβαρό της βλέμμα, φορτωμένο με δίψα για ξεγνοιασία, του γύρισε ξερά την πλάτη και έφυγε. Δεν την αδίκησε, παρα βιάστηκε να αρπάξει την τελευταία ανάσα απο αέρα που κουβαλούσε ακόμα το άρωμά της. Τα θυμωμένα της τακκούνια ξεψύχησαν στην απόσταση, και εκείνος, που κάποτε νόμιζε πως είχε όλο τον κόσμο στην παλάμη του, έχωσε πιο βαθειά τα χέρια του στις τσέπες. Βγήκε στο δρόμο δίχως προορισμό, έστριψε στο πρώτο στενό και βρέθηκε μπροστά σε ένα τοίχο, στο απόλυτο αδιέξοδο. Καταράστηκε, ευγενικά, για άλλη μιά φορά την τύχη του.

Επέστρεψε στο σπίτι. Αυτό το διαμέρισμα ήταν πλέον υπερβολικά άδειο. Το ίδιο και το τελευταίο μπουκάλι Oban στο μικρό μπάρ. Τα πνευμόνια του καθάρισαν για λίγο από την βόλτα στον καθαρό αέρα της νύχτας απλά για να ξαναγεμίσουν με πιότερο καπνό και βρώμα σαν έστριψε το επόμενό του τσιγάρο.

Δεν την είδε ξανά πουθενά.

Χάθηκε και μαζί της χαθήκαν τα μέσα του, αδειάσαν, έμεινε κενός, άδειο σακί…παρτάλι.

ερωμένη

3 τσαχπινιές July 1st, 2007

Μια ερωμένη και μια σταγόνα νύχτα, σε ένα σπίτι παλιό και δίπατο σαν όνειρο, με παράθυρα κλειστά, λησμονημένη στα δυο σκαλιά της παλιάς ξύλινης πόρτας.

Η ομορφιά που χάνεται, αγάπη μου πόσους κέντησες βαθιά;

Παράξενα πράγματα, περάσανε χρόνια κι έμεινε το όνομα, γραμμένο στο χώμα. Μια μεθυσμένη στιγμή τον αγκαλιάζει, δρόμοι στενοί που μύριζε στην πλάτη τους το βροχερό καιρό. Βρέθηκε πάλι να τους περνάει μόνος, μόνος μπροστά στα μάτια του.

Συνειδητά κι απρόβλεπτα γυμνός

Α.Δ.

Βερολίνο

8 τσαχπινιές June 26th, 2007

Βερολίνο, καλοκαίρι 1992.

Από μικρός την αγάπησα και αυτή, έχω να την δώ από τότε. Είναι το τελευταίο μας βράδυ στην πόλη κι αποφασίζουμε να βγούμε έξω. Παρέα, δυο άντρες και δύο γυναίκες – ή μήπως πρέπει να πω δυο κορίτσια και δύο αγόρια;

Σάββατο βράδυ, η πόλη δεν είναι δική μου, έχω όμως τους φίλους μου κι το φευγιό μου δεν είναι παρά μια ευκαιρία για χαρά. Σταματάμε ένα ταξί και μπαίνουμε, μ’ ολοφάνερα καλή διάθεση, μιλάμε στη μητρική μας γλώσσα. Ο ταξιτζής είναι μαύρος, γύρω στα σαράντα, ξένος κι αυτός στην πόλη, και σαν να γνωριζόμαστε από πάντα μας λέει: «Εσείς πηγαίνετε να διασκεδάσετε κι εγώ δουλεύω, μ’ αρέσει» – και γελάει.

Δεν υπάρχει η παραμικρή υποψία φθόνου στη φωνή του, μόνο η άμεση αναγνώριση της κατάστασης κι η χαρά του που μας βλέπει χαρούμενους. Λέει, κι εμένα αυτό μ’αρέσει, να είμαι με φίλους, η δουλειά είναι ένας καταναγκασμός κι η ζωή είναι σύντομη – και γελάει, ένα γέλιο βαθύ, ζεστή οικειότητα.

Κουβεντιάζουμε ανέμελοι κι η πόλη τρέχει γύρω μας.

Κανείς αυτό το βράδυ δε θα μείνει μόνος, γιατί όσο όμορφα και αν τραγουδάνε, σειρήνες, εσύ στο ύψος σου, ανεμοδαρμένο κορμί. Σάμπως είναι και η πρώτη φορά; Χρόνια μετά θα τα θυμάσαι και θα λυπάσαι ρε κόπανε, που δεν έχει κι άλλο, χα.

προδοσία

8 τσαχπινιές June 11th, 2007

Πολλές φορές, πηγαίνοντας στη προς τη γέφυρα του Πολυφύτου, σταματούσα για ώρα, στύλωνα το βλέμμα μου σε κάτι μεγάλες λευκές πέτρες στη βάση της και σκεφτόμουν πως έβλεπα έναν βυθό όπου δεν υπάρχουν πια οι Εφιάλτες.

Πέρασα έξι χρόνια στη βαριά υγρασία των δρόμων του νησιού, χωρίς μια ανάσα από τ’ αεράκι του θεού που ανασαίνετε, ή μια κλεφτή ματιά στη δοξασμένη, ελληνική, γεωγραφική του δημιουργία. Έξι χρόνια που κύλησαν τόσο όμορφα για ένα αγόρι που διψούσε να μάθει και να νιώσει, όπως ακριβώς γεννήθηκε. Για τους υπόλοιπους “φίλους” ο φόβος έχει κλειδώσει διπλά όλες τις εξώπορτες. Κρατούσαν μέσα στη μοναξιά, τα στερεοφωνικά και τις τηλεοράσεις τους, κερδίζοντας τις μικρές, πικρές και ακριβές τους ματαιώσεις. Όταν το δήλωσα, απομακρύνθηκαν. Πώς μια απλή αλήθεια μπορεί να ενεργοποιήσει τόσους αμυντικούς μηχανισμούς, δεν το κατάλαβα ποτέ. Kι οι ιστορίες τους, οι συζητήσεις μας, τα γέλια, οι φιλίες, οι περαστικοί έρωτες; Έσβησαν σε νοσταλγία, ξέφτισαν σε μίζερα τραγούδια και μετράνε επαναληπτικά τους απόντες. Ήταν τα χρόνια του μεγάλου θαύματος, αυτού που μεταμορφώνει το παιδί σε άντρα.

“…les plus grandes choses sont simples; sinon, elles ne sont pas grandes…”

Να θυμάσαι είναι να γνωρίζεις ότι ο χρόνος είναι η ζεστή ουσία του ανθρώπου.
Πάγος είναι να ξεχνάς.
Χαίρομαι όταν συναντιόμαστε.
Όταν χωρίζουμε λυπάμαι.

στιγμές

7 τσαχπινιές April 2nd, 2007

Ενός καλού και ενός κακού μύρια έπονται, πρόσεχε!

Σηκώσαν πινακίδες, τρίγωνες, φώτα και λαμπιόνια με το κόκκινο… του κινδύνου, της φωτιάς, το κόκκινο του έρωτα… μιας και πρόσεχες τα υπόλοιπα, να προσέχεις και αυτόν… Κανόνες, αρχές, πρέπει, δεν, θα, μα δεν έχουν έτσι τα πράματα, δεν είναι παιχνίδι στρατηγικής υπεροχής αυτό, είναι στιγμές.

Προσωπικά δυσκολευομαι να θυμάμαι οποιαδήποτε από τις όμορφες στιγμές μου… είναι έτσι στημένο το μηχάνημα, εξ’ ορισμού, δυστυχώς ή ευτυχώς άνευ της δυνατότητας αναβάθμισης πυρήνα και υλικού. Θυμάμαι πάρ’ αυτά όλες μου τις περιπέτειες, σε όλες μου τις ιστορίες… το τρέξιμο για να προφτάσω το τελευταίο λεωφορείο για το σπίτι, τις κουβέντες των δρόμων του Moss Side, το σκορπιό και την μπόρα στην Τήλο, τον μάγκα του Gävle, τους πέσιμο από τους μπάτσους στην Lyon και το απίστευτο κρύο στο Παρίσι

…τίποτα από τα παραπάνω δεν θυμάμαι όμως πίο έντονα από τον χτύπο της καρδιάς μου, πιό δυνατό από κάθε ήχο, σαν με κοιτάς κατάματα, σαν μου μιλάς και σπάς κομμάτια τον κάθε μου φόβο, όταν μου λές, τώρα ή ποτέ…

αρτίστες

7 τσαχπινιές February 13th, 2007

O Jay είναι αρτίστας, δουλεύει για μένα… έχουμε μια σχέση χαμογελαστή γιατί τα μυαλά μας είναι ανοιχτά. Με ζωγράφισε, εν ώρα δουλειας και είναι ο μόνος εγγλεζάς που γράφει και λέει το όνομά μου σωστά…

Τρέχω, σώμα ή σκέψη, τρέχω, πιθανότατα το ένα πιό γρήγορο από το άλλο, μα εγώ τρέχω. Γέμισα μπαταρίες και ήλιο και χαμόγελά που συνάντησα εσκεμένα και τυχαία…τα εσκεμένα για τον ήλιο και τα δύό για τα χαμόγελα.

Δεν περίμενα να ακούσω ότι τους έλειψα, δεν μου το λένε ποτέ, δεν είναι τέτοιοι άνθρωποι, μιλάνε με τα μάτια και γνωρίζουν εκ των πρωτέρων την επόμενή μου σκέψη, λέξη και κίνηση…και αυτοί αρτίστες, ο κάθε ένας στη δική του τέχνη…

Σημεία…

5 τσαχπινιές December 9th, 2006

Η σκάλα, στην Περαία, δεν είναι παρά ένας τσιμεντένιος διάδρομος που εισχωρεί με κατεύθυνση βορειοδυτική στη θάλασσα. Όταν την περπατάς γίνεται βέλος, μέχρι να φτάσεις στην άκρη της, ακούς μονάχα τον ήχο των κυμάτων, ανοίγει απάνω σου ο θόλος του ουρανού και νιώθεις να βαδίζεις πάνω στα νερά. Δεν προφέρεται μολυσμένη η θάλασσα. για σένα, μια στιγμή, υπάρχει μόνο ο κόσμος κι η ελευθερία περήφανη του χρόνου των ανθρώπων. Άμα είναι μέρα, βλέπεις την πόλη που πέρασα τα ανεξάρτητα μου χρόνια ν’ ασπρίζει στο βάθος πέρα δεξιά, κι αριστερά την έξοδο στο πέλαγος. Κι αν έχει πέσει η νύχτα, πράγμα συχνά απαραίτητο για τέτοιες συναντήσεις, η “σκάλα” σβήνει ανεβαίνοντας μέχρι τον ορίζοντα, τόσο που δύσκολα διακρίνεις αν σε περιμένει κανείς στην άκρη. Η θάλασσα σαν προσμονή αυξάνεται εντός σου.

Σαν επιστρέφεις όμως, είν’ ανάγκη να γυρίζεις διπλός. Το βέλος τώρα δείχνει αντίθετα, τη μάταιη φαντασμαγορία της ακτής παγίδα για παιδιά, κι όλα τα φώτα της πραγματικότητας σε σημαδεύουν σα φθαρμένα δευτερόλεπτα, πλησιάζουν – απειλητικά, αν δε σού ‘μαθε ο δρόμος τι θα πει αγάπη.

Σ’ ένα παγκάκι της πλατείας Άθωνος,είναι γραμμένο το “ΟΛΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ ΟΛΟΙ ΞΕΝΟΙ”. Παραδίπλα, ονόματα, ημερομηνίες, L.F.E., εφηβικά για πάντα, που ξέρεις πως θα σκορπίσουν στην πρώτη μπόρα. Η πλατεία είναι κυκλική, με επτά ομόκεντρους κύκλους και στη μέση μια λυπημένη λιγνή μανόλια, δέντρο της γνώσης και της άρνησης. Στέκομαι μόνος κι ακουμπώ στο συντριβάνι, πετούνε λάβα και δροσιά τα εφτά του μάτια. Τριγύρω στα στενά κόσμος πολύς συγκεντρωμένος, τρώνε, πίνουν, πασχίζουν σε μια αμήχανη κοινωνικότητα και ξεχνούν. Δε φανερώνεται κανείς.

Υπάρχει καιρός να σταθείς και καιρός να περπατήσεις, καιρός για να γκρεμίσεις και καιρός για να χτίσεις, καιρός να σιωπείς και καιρός για να μιλήσεις, υπάρχει καιρός να αποχωριστείς και καιρός για να σμίξεις.

έμπνευση

9 τσαχπινιές November 6th, 2006

Η Γηραιά Αλβιώνα δεν με εμπνέει στην γραφή. Τα παλιά τα χρόνια που τριγύριζα με πολυπληθή μέσα, μετρά, λεωφορεία, τρένα και τις λοιπές αρρώστιες, τα κατάφερνα θαρρώ πολύ καλύτερα. Τότε, διάλεγα τις μεγαλύτερες διαδρομές, ειδικότερα την εποχή που υπηρέτησα ναύτης και δεν χρειαζόταν να πληρώνω εισιτήρια, έκανα κυριολεκτικά καθημερινά ταξίδια. Καβαλούσα μια, ή και περισσότερες, από τις αρρώστιες, έστρωνα τον πισινό μου σε μια γωνιά με θέα και έβγαζα από το τσεπάκι μου τα μικρά μου SKAG και μολύβι, πάντοτε μολύβι. Συνήθιζα να βρίσκω ένα στόχο, ένα “ενδιαφέρον” πρόσωπο μέσα στο πλήθος, άντρας, γυναίκα δεν είχε ποτέ σημασία και μετρώντας τα χαμόγελα και τις ρυτίδες ξεκινούσα να γράφω, εν αγνοία τους, την δική τους ιστορία. άλλες πάλι φορές διάλεγα ζευγάρια ή παρέες και τους έδινα υπερδυνάμεις και ρόλους που συναντάς σε αστυνομικά βιβλία και φιλμ νουάρ που μου αρέσουν.

Η πλέον υπέροχή μου μούσα όμως με συναντούσε κάθε φορά που πήγαινα στο Άλσος του Παγκρατίου. Καθόμουν πάντα στο ίδιο παγκάκι, με τσιγάρα Σαντέ φίλτρα μαλακά από τον ίδιο ευγενικό περιπτερά, νεράκι ή στο τσακίρ κέφι Red Bull και αγνάντευα. Τότε τα ζευγάρια και τα πρόσωπα άλλαζαν, γινόταν γραμμές ατελείωτες και με θυμάμαι να κάνω τα μικρότερα δυνατόν γράμματα, έστω και αν κρατούσα καινούριο μπλοκάκι, από φόβο μήπως και δεν μου φτάσει. Έγραφα, έγραφα, έγραφα, αστείρευτα λες και όλοι αυτοί ερχόταν και μου σιγοψιθυρίζανε τα πιο σκοτεινά τους μυστικά στο αυτί. Θαρρώ πως κάνα δυο φορές έχω γράψει και ιστορίες για ζώα, μόνο που τους έδινα ονόματα, σαν και αυτά που ακούγαμε παιδιά, και την ικανότητα του χαδιού. Σαν έφτανα σε τέλμα και το μυαλό μου στέρευε και άδειαζε από τα πολλά, διακοσμούσα τις μικρές μου σελίδες με κάθε λογής σχέδια, πρόσωπα και ήχους σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσω όλες μου τις αισθήσεις.

Πολλές φορές ερχόταν και η φίλτατη Ν., που έμενε απέναντι, για να βγάλει βόλτα την υπέροχη σκύλα της την Ήρα και σαν μου χαμογελούσε η τύχη είχαμε και την Ι. μαζί. Η Ι. είναι μια μικρόσωμη κοπελιά που κατάφερνε, όταν σπανίως χαμογελούσε, να λάμπει ή να κάνει τα πάντα να σκοτεινιάζουν γύρω της. Από την πρώτη μας κουβέντα στα Κουφονήσια είχα ζηλέψει το πάθος της για το χορό, μια φλόγα που δε θα μπορούσε κανένας να σβήσει από μέσα της, παρά μόνο ο χρόνος. Όταν γνωριστήκαμε καλύτερα μέγιστη εντύπωση, πέραν της φωτιάς της, μου έκανε η επιμονή της να βάζει μπρος την πάπια της χρησιμοποιώντας την μανιβέλα και όχι την μίζα.

“…είναι καλύτερα έτσι, μ’ αρέσει πιότερο…” μου έλεγε χωρίς να ρωτώ πολλά πολλά μέχρι που μια μέρα παρατήρησα μία προς μία τις κινήσεις της καθώς έκανε να φύγει. Ήταν ακριβώς όπως το περίμενα…χορευτικές.

Στο ίδιο παγκάκι πέρασα τα γενέθλιά μου εκείνες τις χρονιές, έχοντας τις ίδιες φιγούρες να με προσπερνούν και την Ν. να με συνοδεύει όλα και πιο συχνά σε κουβέντες αδιέξοδες, αναπτύξεις θεωριών και φιλοσοφίες περί των τότε ερωτικών μας συντρόφων. Μέσα από τις λέξεις ξεπηδούσε πού και πού καμιά διακοπή για τσιγάρο ή η Ήρα που προσπαθούσε να κλέψει λίγο από το ενδιαφέρον μας.

…κάπως έτσι απλά με ταξίδια των ματιών, των σκέψεων και του χώρου κυλούσαν οι μέρες…
(συνεχίζεται)

no news is good news (part I)

5 τσαχπινιές September 25th, 2006

Μικροί χρειαζόμασταν μόνο δυο σπιρτόκουτα κιι έναν σπάγγο και φτιάχναμε τηλέφωνο. Ωραίο παιχνίδι, αλλά ποτέ δεν λειτούργησε καλά. Έτσι δεν χρησιμοποιούσαμε τίποτα, τη φωνή μας μονάχα. Αλωνίζαμε τις γειτονιές, φωνάζαμε τους φίλους μας, έβγαιναν στο μπαλκόνι και σε δυο λεπτά κατέβαιναν για νέες περιπέτειες, από το ένα άκρο της πόλης μέχρι το άλλο.

Σήμερα χρειάζονται πολλά. Σταθερά, κινητά, ασύρματα, τηλεφωνητές, μηνύματα, δίκτυα, διαδίκτυα. Όλα χρειάζονται, άνευ εγγυημένης επιτυχίας . Εμείς τώρα πώς τα καταφέρναμε με δύο σπιρτόκουτα ή και με τίποτα, απλά με τη φωνή μας, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Σήμερα η επικοινωνία χρειάζεται μεσάζοντες.

Τον τελευταίο καιρό τί κάνω;

Δουλεύω, αγχώνομαι, φουμάρω, δουλεύω, αγχώνομαι, φουμάρω.
Έχω χάσει εμένα και προσπαθώ να ξανασυναντηθούμε…

“Γυρεύω κάποιον να βάλει λίγη μουσική στα βήματά μου, να με κάνει να μ’αρέσω όταν κωλώνω.” (Αρετή)

Πάλι στα λόγια σου ήρθα ρε γαμώ το…

Επόμενο Προηγούμενο


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker