Αναρτήσεις 'Κάπου σε ξέρω'

είσαι

9 τσαχπινιές October 30th, 2009

…είναι που χώνεσαι σε κάθε γωνιά της σκέψης μου και γίνομαι φωνακλάς…

O Tejo é mais belo

14 τσαχπινιές September 15th, 2009

Ο Τάγος είναι πιό όμορφο ποτάμι από αυτό που τρέχει δίπλα από το χωριό μου.
Αλλά ο Τάγος δεν είναι πιό όμορφο ποτάμι από αυτό που τρέχει δίπλα στο χωριό μου.
Γιατί ο Τάγος δεν είναι το ποτάμι που τρέχει δίπλα στο χωριό μου.

Ο Τάγος έχει μεγάλες βάρκες,
που πλέουν πάνω του.
Γι’ αυτό έχουν δεί τα πάντα που δεν είναι πιά εδώ.
Η μνήμη των σκαριών.

Ο Τάγος κατεβαίνει από την Ισπανία.
Και ο Τάγος εισέρχεται στην θάλασσα από την Πορτογαλία.
Όλοι το ξέρουν αυτό.
Αλλά λίγοι ξέρουν το ποτάμι που τρέχει στο χωριό μου.
Πού καταλήγει
και από πού πηγάζει.
Γιατί ανήκει σε μικρούς ανθρώπους
και είναι ελεύθερο και μεγάλο το ποτάμι που τρέχει στο χωριό μου.

Ο Τάγος πηγαίνει στον κόσμο.
Μετά το τέλος του Τάγου είναι η Αμερική.
Τι ευτυχία να το συναντάς.
Κανένας δεν αναρωτήθηκε τι υπάρχει πέραν του ποταμιού του χωριού μου.

Το ποτάμι του χωριού μου δεν σε κάνει να σκέφτεσαι για τίποτα.
Αυτός που είναι δίπλα του, βρίσκεται κοντά του.

Fernando Pessoa : O tejo é mais belo

Ανοιχτή επιστολή (part III)

8 τσαχπινιές June 12th, 2009

Συγνώμη που οι λέξεις μου ήταν λέξεις
και δεν ήταν λουλούδια,
χαμόγελα,
αγκαλιές
και παιδικές μελωδίες.

Σε σκέφτομαι καθε βραδυ πριν πάω για υπνο, προσεύχομαι στον όποιον σου Θεό να βρείς το δρόμο που σου αξίζει, όσο και αν ξέρω πως δύσκολα θα ξεστρατήσεις ξανά σε μένα…

γαμώτο, έλα σου λέω… έλα μην με αφήνεις να φεύγω μόνος.

(ξε)χωριστά

5 τσαχπινιές June 10th, 2009

Σε πετυχαίνω τυχαία και σκορπάμε χρόνο, μια στο τόσο και χαμογελάμε από μέσα μας περισσότερο από όσο καταλαβαίνει ο άλλος ή θέλουμε πραγματικά να δείξουμε. Όλα συμμαζεμένα, όσο μικρά και μεγάλα. Μιλάμε για μας και τα μάτια μας γεμίζουν όνειρα, μισά. Μετά πως σιχαίνομαι αυτές μας τις σιωπές. Κάνουμε να επικοινωνήσουμε μέρες, σαν να χάνουμε τον χρονισμό μας και απομακρυνόμαστε χιλιάδες μίλια μακριά. Έχεις το τηλέφωνο που έστω και αν βρω το κουράγιο ποτέ να πάρω ή να στείλω κάνα μήνυμα δεν απαντάς ποτέ. Στις χειρότερες στιγμές μου και δεν απαντάς ποτέ. Δεν σε κατηγορώ, σε καταλαβαίνω.

Τρώμε το, ξεχωριστό, πρωινό μας, πηγαίνουμε στην, ξεχωριστή, δουλειά μας, έχουμε όμως τις ίδιες ελπίδες, μαζί με τους ίδιους δισταγμούς. Χωρίζουμε τον, ξεχωριστό, χρόνο μας σε δώδεκα μήνες, σε τέσσερις εποχές, και ξεχωριστά, συμπεριφερόμαστε ανάλογα. Το χειμώνα σκεφτόμαστε, την άνοιξη μας πιάνει μια τρέλα, το καλοκαίρι γινόμαστε παράφρονες και το φθινόπωρο πέφτουμε στα πρόθυρα μιας γαλανής μελαγχολίας, ξανά, ξανά και ξανά… και μετά, τολμάμε να μιλάμε για deja-vu, επιβάλλοντας τους, ξεχωριστούς, εαυτούς μας μια ποινή, αυτή της, και καλά, τυχαίας επανάληψης.

Έχω κόψει το αλκοόλ, εδώ και χρόνια. Αν όμως τα δικά σου φορτία ήταν σφηνάκια, θα τα κατάπινα μεμιάς, δίχως ανάσα, θα έγλειφα λαίμαργα τα απομεινάρια στο γυαλί, και το βράδυ θα σε ξύπναγα εν τω μέσω της νυχτώς να σου ψιθυρίσω με βαριά βρώμικη ανάσα πως το παρελθόν υπάρχει μονάχα όσο το θυμόμαστε.

κίνητρο

8 τσαχπινιές May 18th, 2009

Το πιο σημαντικό πράγμα που έχω να κάνω τα πρωινά είναι να προσπαθώ να αποφύγω άσκοπες σκέψεις που με τριγυρίζουν σαν αξιοθρήνητα τσακάλια. Κάθομαι στο κρεβάτι μου και σχίζω τα φύλλα από το ημερολόγιο του τοίχου, διαβάζοντας τα κακοτυπωμένα, ανορθόγραφα στιχάκια πίσω από κάθε σελίδα. Παράδοξο. Το σημερινό λέει πως ο χρόνος είναι απατεώνας.

Από την άλλη, την νύχτα τα πράγματα είναι καλύτερα, η πόλη βάζει τα μαύρα και εγώ νιώθω περίφημα. Περπατάω με άνεση ανάμεσα από κτίρια που φυλακίζουν τα όνειρα των κοιμισμένων ενοίκων του και ξέρω ποιος είμαι. Είμαι σκληρός, αμείλικτος μα γεμάτος φόβο. Κάτι δεν πάει καλά, χρειάζεται να σκεφτώ, να συγκεντρωθώ να βρω τον λάκκο πριν πέσω στην φάβα. Ώρες – ώρες αναρωτιέμαι μήπως τα έχω χάσει, μήπως δημιουργώ εμμονές από το τίποτα. Έχω την αίσθηση πως χρειάζεται να προχωρήσω ακόμα και αν αναγκαστώ να απομακρυνθώ από την λογική των άλλων. «Τι σχέση έχουν οι άλλοι με το σύμπαν που έχω μέσα μου;» που λέει και ο φίλος μου ο Βούδας…

Το γνωστό κόλπο δηλαδή, κρύψου. Σα φύλλο στο δάσος, σα βιβλίο σε βιβλιοθήκη, σαν skinhead ανάμεσα σε φαλακρούς. Κανείς δεν θα δώσει την απαραίτητη σημασία, κανείς δε θα σε καταλάβει. Ο χρόνος μια χαρά τα καταφέρνει. Μας ματώνει, μας απομυζά και συνεχίζει την άθλια παρασιτική του ύπαρξη. Κάθε στιγμή που περνάω μόνος είναι γεμάτη από συμβάντα και πρόσωπα που με καταδιώκουν σαν επανερχόμενοι εφιάλτες. Από την στιγμή που ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω τις ρωγμές του ταβανιού ή τους αριθμούς του ρολογιού, μέχρι την ώρα που σηκώνω τα πόδια μου από το πάτωμα αφήνοντας τις παντόφλες που μου χάρισες, αδειανές και μόνες στο δικό τους νυχτερινό δράμα.

Λείπει το κίνητρο μωρό μου. Δίχως αυτό, η θεωρία είναι άχρηστη.

κίνητρο το [k>ínitro] O40 : 1. ό,τι, ως σκοπός ή ως τελικό αίτιο, παρακινεί κπ. σε μια ενέργεια: ~ του εγκλήματος ήταν η εκδίκηση. Kίνητρό του είναι το κέρδος. Έχει ευγενή / ιδιοτελή κίνητρα. 2. οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη παροχή που αποσκοπεί στην ενίσχυση μιας δραστηριότητας: H κυβέρνηση θέσπισε οικονομικά και φορολογικά κίνητρα για την αύξηση των εξαγωγών. Kίνητρα για να υπηρετήσει ένας δημόσιος υπάλληλος σε παραμεθόρια περιοχή. || Θετικά κίνητρα, όσα συντελούν στην επίτευξη κάποιου σκοπού. Aρνητικά κίνητρα, όσα λειτουργούν ως αντικίνητρα. [λόγ. κινη- (κινώ) -τρον απόδ. γαλλ. motif (διαφ. το ελνστ. κίνητρον `κουτάλα για ανακάτεμα΄)]

to do list

2 τσαχπινιές April 23rd, 2009

θέλει να πάψει να είναι σκλαβάκι της όποιας συνήθειας, να σταματήσει τις πανομοιότυπες καθημερινές διαδρομές, να αλλάξει το βήμα και την περπατησιά, το χρώμα στα ρούχα του.

Θα μετατρέψει όλα τα χασμουρητά σε χαμόγελα και για την ευτυχία, να βρει το κουράγιο να κυνηγήσει όνειρα, να απορρίψει συμβουλές, να ταξιδέψει, να διαβάσει, να ακούσει μουσική…

Είναι καιρός να αρχίσει πραγματικά να ζει, μα να του θυμίσεις που και που, και εσύ, πως στην πορεία χρειάζεται να μην ξεχάσει να αναπνέει.

Είναι τόσο όμορφη

5 τσαχπινιές February 11th, 2009

Είναι τόσο όμορφη,
δεν έχω λόγια να περιγράψω,
τον τρόπο που με κάνει μέσα μου να νιώθω.
Πετάω μόνος,
ελεύθερος και ελαφρύς σαν ένα πουλί,
κι’ όμως θα μπορούσα να κατεβάσω τα φτερά μου σε μία στιγμή
για να την προστατεύσω και να παρηγορήσω.

Είναι τόσο όμορφη,
γεμάτη φως, αγάπη και σοφία,
γέλιο να χορεύει μεσ’ τα μάτια της.
Ολόκληρος ο δρόμος μου είναι μπροστά μου
και ποτέ δεν σκέφτηκα για μία σύντροφο,
κι’ όμως αυτή είναι η πιο όμορφη ψυχή
που έχω γνωρίσει σε αυτή την ζωή.

Γιατί είναι σαν τραγούδι,
είναι σαν μία ακτίνα φως.
Είναι σαν παιδιά που προσεύχονται,
σαν άρπες και καμπάνες και κύμβαλα να παίζουν.
Και είναι σαν ένα άνεμο,
αεικίνητη, καθησυχαστική, να φέρνει ευτυχία.
Και να ‘μαι και εγώ κατεστραμμένος.

Είναι τόσο όμορφη,
δεν ξέρω τι να κάνω αφού φύγω,
εκτός του να στεναχωριέμαι…

Ελεύθερη απόδοση του τραγουδιού «She is so beautiful.» του Mike Scott, τραγουδιστή των The Waterboys.

Ανοιχτή επιστολή (part IΙ)

6 τσαχπινιές January 28th, 2009

Είχε πολύ όμορφο καιρό σήμερα. Βρέχει από χθες ασταμάτητα και μου θυμίζει τα χρόνια στο νησί και με ρίχνει γιατί ήταν ωραία χρόνια. Κατέβηκα να συναντήσω μία φίλη που της υποσχέθηκα τα δύο μου χέρια, πήρα καφεδάκι στο χέρι και περπατώντας ρούφηξα όλη την πίκρα του τσιγάρο μου όπως το σακάκι μου την βροχή.

Με πήρες τηλέφωνο σήμερα, τα κλασσικά, να με ρωτήσεις τι κάνω, σε τι φάση είμαι, και τυπικά να μου ταρακουνήσεις  τα νερά, γιατί ξέρεις πως αυτό κάνεις κάθε φορά που εμφανίζεσαι από το πουθενά στην ζωή μου. Αυτός είναι και ο ίδιος λόγος που διακόψαμε… δώσαμε στους εαυτούς μας την ευκαιρία να κάνουμε πλέον εκπλήξεις ο ένας στον άλλο, σαν την μέρα που είχα γενέθλια και μου έφερες ένα τεράστιο ηλιοτρόπιο τυλιγμένο σε καφέ ανακυκλωμένο χαρτί και μου είπες «για πάντα». Θέλω να ξέρεις πως αυτή την φορά τα νεύρα μου παρέμειναν ήρεμα, δεν με άγχωσε ούτε στιγμή αυτό το τηλέφωνο από την στιγμή που το σήκωσα κι ούτε κάθισα να σε σκεφτώ μετά, γιατί πήρες, τι πραγματικά ήθελες, τι χρειάζεται να κάνω και άλλες τέτοιες αρχιδιές. Εντάξει, μία χαρά, δεν τρέχει τίποτα, ίσως και καλύτερα που καταφέραμε να ανταλλάξουμε κάτι άλλο από βρισιές μετά από τόσο καιρό.

Με πήρες τηλέφωνο σήμερα, κλασσικά μα μακράν ετεροχρονισμένα μου ευχήθηκες για τα γενέθλιά μου, τα χρόνια τα καλά και ας έχει αλλάξει και ο χρόνος. Σε πήρα γραμμή πως ήθελες να με δεις, μα για άλλη μία φορά δεν βρήκες το θάρρος να το ξεστομίσεις. Μερικοί άνθρωποι δεν αλλάζουν ποτέ. Δεν σε άκουσα ιδιαίτερα καλά, με ανάγκασες να το προτείνω εγώ και βρεθήκαμε έξω από την ξεχασμένη σου σχολή στο πανεπιστήμιο να μου μιλάς. Έχεις προβλήματα, όπως όλοι μας, τον τελευταίο καιρό, στη δουλειά, με τον νέο γκόμενο, στο κεφάλι σου. Προφανώς και ήθελες κάπου να τα ξεφουρνίσεις, να τα πεις μπας και τα ακούσεις, λες και θα εξαφανιστούν από μπροστά σου δίχως να κάνεις και εσύ δράμι. Από παλιά σε λάτρευα γιατί επικοινωνούσαμε σαν πραγματικοί άνθρωποι, με λόγια, με μάτια, με χέρια, με φιλιά, καταφέρναμε να βρούμε τις λύσεις, συζητούσαμε εφ’ όλης της ύλης, τα βάζαμε κάτω και τα αναλύαμε μέχρι θανάτου. Αυτό που με παραξένεψε είναι το ότι από τότε που χωρίσαμε δεν έχουμε μιλήσει ποτέ άλλοτε για το τι συμβαίνει στην ζωή μας παρά μόνο σε αυτή την συνάντηση. Εγώ πάλι δεν σου μίλησα καθόλου. Έβγαλα χίλια αυτιά να σε ακούω καλύτερα, με προσοχή, ακόμη και το παραμικρό σου κίχ και χίλια μάτια να παρακολουθώ την κάθε σου κίνηση, την κάθε σου ματιά, τον κάθε μορφασμό. Μόνο που τώρα πια μου είσαι ξένη. Μακρινή ξένη. Είσαι ο μοναδικός άνθρωπος που αδυνατώ να έχω καλές σχέσεις με τον ίδιο τρόπο που αδυνατώ να αρνηθώ να σου μιλήσω, να σε ακούσω και να μπω στα σκοτεινά σου μονοπάτια για να μην βαδίζεις μόνη ή ακόμα και να είμαι εκεί μπάστακας να κάνω τον μαλάκα κάθε φορά που με χρειάζεσαι. ΟΚ, δεν ταιριάξαμε μάλλον, δεν μας έβγαινε άλλο με εκείνη την απόλυτη φυσικότητα, παρατράβηξε, παραγνωριστήκαμε, καλύτερα χώρια, τα γαμήσαμε όλα, ΟΚ, δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου. Πριν απ’ αυτό όμως ξαπλώσαμε γυμνοί στο ίδιο κρεβάτι και κάποιες φορές επιλέξαμε απλά να κοιμηθούμε, σε έχω δει να κλαις για μένα και για άλλους μα πάνω από όλα καταφέρναμε να στήσουμε κοινά όνειρα, όχι όμως από κοινού, κοινά. Απλώς κοινά και χαριτωμένα, like common people που λέει και το τραγούδι. Έγινες κομμάτι και στα δικά μου και μία μέρα άνοιξες την πόρτα και μου είπες να βγω από το όνειρό μου. Εκείνη την μέρα μου είπες όλα όσα ήθελες να μου πεις και σε είδα να αλαφραίνεις κάποια κιλά. Μπήκαμε στο αμάξι έβαλες Tom Waits να παίζει και δεν έκλεισες στιγμή το παράθυρο του συνοδηγού. Πάτησα το γκάζι τρέχοντας όσο επιτρεπόταν να μην κινδυνεύσουμε και τα μάτια σου έκλείναν γιατί το ξέρω πως σου αρέσει να σε χτυπάει ο αέρας στο πρόσωπο, ήθελες και την προκάλεσες τούτη την ηδονή σου. Έστρεψα τα μάτια μου στο δρόμο και κράτησα το τιμόνι με τα δύο μου χέρια, αφήνοντας πίσω μου όλες τις αδιάφορες, περίεργες σκέψεις και προ πάντων όλες τις κακόβουλες. Μπορεί και να μην έβγαλα κουβέντα μα ήμουν και εγώ πια ελαφρύς. Μερικοί άνθρωποι δεν αλλάζουν ποτέ, ότι και αν τους συμβεί μέσα στο χρόνο.

Μούφα όλα.

One Art

2 τσαχπινιές January 19th, 2009

The art of losing isn’t hard to master;
so many things seem filled with the intent
to be lost that their loss is no disaster.

Lose something every day. Accept the fluster
of lost door keys, the hour badly spent.
The art of losing isn’t hard to master.

Then practice losing farther, losing faster:
places, and names, and where it was you meant
to travel. None of these will bring disaster.

I lost my mother’s watch. And look! my last, or
next-to-last, of three loved houses went.
The art of losing isn’t hard to master.

I lost two cities, lovely ones. And, vaster,
some realms I owned, two rivers, a continent.
I miss them, but it wasn’t a disaster.

Even losing you (the joking voice, a gesture
I love) I shan’t have lied.  It’s evident
the art of losing’s not too hard to master
though it may look like (Write it!) like disaster.

– Elizabeth Bishop – One Art


νέο κύμα

4 τσαχπινιές January 3rd, 2009

Είναι πρωί μα μέσα του νιώθει ακόμα την νύχτα που πέρασε. Είναι ακόμα μεθυσμένος, προσπαθεί να κρατήσει τον έλεγχο γιατί άλλη μια φορά θα ανεβεί, στο τραπέζι, στο σκοινί, άλλη μια φορά θα κάνει του κεφαλιού του, να μάθει να δημιουργεί όπως ζει. Θυμάται τον πατέρα του να κάνει το ίδιο πράγμα σε μεγάλα κέφια, πολλές φορές μάλιστα άναβε και τσιγάρο, κάτι παλιά Oscar 100′s, σε μαλακό ολόχρυσο πακέτο.

Βγαίνοντας στο δρόμο, ένας άνεμος του έριξε μια παγωμένη σφαλιάρα και πέταξε μακριά το καπέλο του, μα δεν γύρισε να το κυνηγήσει, ήταν παλιό και φθαρμένο. Στάθηκε στην διάβαση του τρένου και κοντοστάθηκε κοιτώντας δεξιά κι αριστερά, ζεσταίνοντας το χέρι του στο βρώμικο τρίχωμα ενός αδέσποτου σκύλου, περιμένοντάς το να περάσει. Κοίταξε ψηλά το φεγγάρι, βγαλμένο από παιδικό παραμύθι, και θυμήθηκε μια καρίνα που έσκιζε σκοτεινά νερά και ένα μαχαίρι που κρατούσε στα χέρια του λίγα βράδια πριν. Περπατούσε σαν αγρίμι σε κλουβί μέσα στο σαλόνι και καθώς το χαλί έπνιγε το θόρυβο των βημάτων του, αυτός πήγε και στάθηκε δίπλα στο παράθυρο κοιτώντας το ζεστό χέρι μιας γυναίκας… κι η ταραχή του μεγάλωνε.

Δεν μπόρεσε ποτέ να ελέγξει αυτό το κύμα που έβγαινε από μέσα του, το είχε από παιδί, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να το περιγράψει ούτε ένα «Σκέφτομαι και γράφω» του βλοσυρού δασκάλου του, ούτε με λίγα λόγια στους γονείς του που τον κοιτούσαν με απορία σαν ξένοι κάθε φορά που προσπαθούσε να εξηγήσει τα μέσα του. Όταν ήταν ακόμα έφηβος, προσπάθησε να βγάλει το κύμα εκεί που πήγαιναν όλοι οι φίλοι του. «Πέρασε μέσα», του είχε πει η κοπελιά, μα με το που κάθισε στο κρεβάτι αισθάνθηκε την μυρωδιά που είχαν αφήσει τα σώματα όσων περάσανε πριν από τον ίδιο. Έπειτα ένοιωσε πως είναι όταν το ψάρι πιάνεται στο δίχτυ. Το πικρό του κύμα, απαίσιο. Δεν του έφτασε να κλάψει για να το ξορκίσει.

Οι γονείς του συνέχιζαν να ζουν την καθημερινότητά τους, προσπαθώντας να τον προξενέψουν σε καθωσπρέπει νύφες, μέχρι που τον έβαλαν και σε μια πρωινή δουλειά. Τώρα στεκόταν στην διάβαση. Έπαψε να σκέφτεται το φεγγάρι, την καρίνα, το μαχαίρι. Φαντάστηκε τον βαριεστημένο μηχανοδηγό που καθώς θα περνούσε αφηρημένος δε θα πρόφταινε να φρενάρει.

Σημείωση:
Προσπαθώ να βάλω, και εγώ με την σειρά μου, στόχους για τη νέα χρονιά, να σκεφτώ κάτι πιο αισιόδοξο. Ψάχνω μέσα στις λέξεις σου να με βρω, να συνδυάσω κάτι να φανεί το πότισμα της λεκτικής έκφρασης του έρωτά μου, μα το μόνο που μου έχει κολλήσει στο κεφάλι είναι ο στίχος:
«…όσα έχω χρεωμένα ζω…»

Θα ήθελα να μπορούσα να έγραφα (για) τις στιγμές που δεν υπάρχουν οθόνες και πλήκτρα.

Χρόνια καλά

Επόμενο Προηγούμενο


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker