Αναρτήσεις 'Σκοτάδια'

εφήμερα

3 τσαχπινιές March 30th, 2009

Σκέφτομαι πολλές φορές πως όλα γύρω μας είναι εφήμερα. Πόσο άδικο μπορεί να είναι αυτό…

Θέλω να έχεις ότι επιθυμείς, τα πάντα…αυτό ήθελα εξ αρχής, απλά δεν συνειδητοποίησα πως να συμβιβαστώ.

Απόψε ήθελα να χαζέψω την γυμνή σου πλάτη, να φιλήσω τον λαιμό σου από την αριστερή σου μεριά και να σου μουρμουρίσω δυο λεξούλες στ’ αυτί πλην κλείσω τα μάτια μου να κοιμηθώ, όπως κάθε νύχτα, μαζί σου. Περιορίστηκα στο “καληνύχτα μωρό μου”.

Σκέφτομαι πολλές φορές πως όλα γύρω μας είναι εφήμερα, εκτός από εσένα στη σκέψη μου. Πόσο άδικο μπορεί να είναι αυτό;

ήθελα

3 τσαχπινιές February 24th, 2009

Ήθελα να είμαι εκεί, μα δεν μπόρεσα, δεν με άφησες, δε ήταν εφικτό και άλλα τόσα δεν.
Ήθελα όμως

Need to toughen you up boy, να μάθεις να ξεχωρίζεις την μαγκιά από την βλακεία, την θεωρία από την πράξη, την τόλμη από την θυσία, την ματιά σου από το σε θέλω,  το σ’ αγαπώ απ’ το για πάντα.

Αστόχησα, άργησα και χρειάζεται να το καταπιώ, δεν φταίει άλλος γιατί δεν μοιάζω με κανένα.

Είναι τόσο όμορφη

5 τσαχπινιές February 11th, 2009

Είναι τόσο όμορφη,
δεν έχω λόγια να περιγράψω,
τον τρόπο που με κάνει μέσα μου να νιώθω.
Πετάω μόνος,
ελεύθερος και ελαφρύς σαν ένα πουλί,
κι’ όμως θα μπορούσα να κατεβάσω τα φτερά μου σε μία στιγμή
για να την προστατεύσω και να παρηγορήσω.

Είναι τόσο όμορφη,
γεμάτη φως, αγάπη και σοφία,
γέλιο να χορεύει μεσ’ τα μάτια της.
Ολόκληρος ο δρόμος μου είναι μπροστά μου
και ποτέ δεν σκέφτηκα για μία σύντροφο,
κι’ όμως αυτή είναι η πιο όμορφη ψυχή
που έχω γνωρίσει σε αυτή την ζωή.

Γιατί είναι σαν τραγούδι,
είναι σαν μία ακτίνα φως.
Είναι σαν παιδιά που προσεύχονται,
σαν άρπες και καμπάνες και κύμβαλα να παίζουν.
Και είναι σαν ένα άνεμο,
αεικίνητη, καθησυχαστική, να φέρνει ευτυχία.
Και να ‘μαι και εγώ κατεστραμμένος.

Είναι τόσο όμορφη,
δεν ξέρω τι να κάνω αφού φύγω,
εκτός του να στεναχωριέμαι…

Ελεύθερη απόδοση του τραγουδιού «She is so beautiful.» του Mike Scott, τραγουδιστή των The Waterboys.

νέο κύμα

4 τσαχπινιές January 3rd, 2009

Είναι πρωί μα μέσα του νιώθει ακόμα την νύχτα που πέρασε. Είναι ακόμα μεθυσμένος, προσπαθεί να κρατήσει τον έλεγχο γιατί άλλη μια φορά θα ανεβεί, στο τραπέζι, στο σκοινί, άλλη μια φορά θα κάνει του κεφαλιού του, να μάθει να δημιουργεί όπως ζει. Θυμάται τον πατέρα του να κάνει το ίδιο πράγμα σε μεγάλα κέφια, πολλές φορές μάλιστα άναβε και τσιγάρο, κάτι παλιά Oscar 100′s, σε μαλακό ολόχρυσο πακέτο.

Βγαίνοντας στο δρόμο, ένας άνεμος του έριξε μια παγωμένη σφαλιάρα και πέταξε μακριά το καπέλο του, μα δεν γύρισε να το κυνηγήσει, ήταν παλιό και φθαρμένο. Στάθηκε στην διάβαση του τρένου και κοντοστάθηκε κοιτώντας δεξιά κι αριστερά, ζεσταίνοντας το χέρι του στο βρώμικο τρίχωμα ενός αδέσποτου σκύλου, περιμένοντάς το να περάσει. Κοίταξε ψηλά το φεγγάρι, βγαλμένο από παιδικό παραμύθι, και θυμήθηκε μια καρίνα που έσκιζε σκοτεινά νερά και ένα μαχαίρι που κρατούσε στα χέρια του λίγα βράδια πριν. Περπατούσε σαν αγρίμι σε κλουβί μέσα στο σαλόνι και καθώς το χαλί έπνιγε το θόρυβο των βημάτων του, αυτός πήγε και στάθηκε δίπλα στο παράθυρο κοιτώντας το ζεστό χέρι μιας γυναίκας… κι η ταραχή του μεγάλωνε.

Δεν μπόρεσε ποτέ να ελέγξει αυτό το κύμα που έβγαινε από μέσα του, το είχε από παιδί, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να το περιγράψει ούτε ένα «Σκέφτομαι και γράφω» του βλοσυρού δασκάλου του, ούτε με λίγα λόγια στους γονείς του που τον κοιτούσαν με απορία σαν ξένοι κάθε φορά που προσπαθούσε να εξηγήσει τα μέσα του. Όταν ήταν ακόμα έφηβος, προσπάθησε να βγάλει το κύμα εκεί που πήγαιναν όλοι οι φίλοι του. «Πέρασε μέσα», του είχε πει η κοπελιά, μα με το που κάθισε στο κρεβάτι αισθάνθηκε την μυρωδιά που είχαν αφήσει τα σώματα όσων περάσανε πριν από τον ίδιο. Έπειτα ένοιωσε πως είναι όταν το ψάρι πιάνεται στο δίχτυ. Το πικρό του κύμα, απαίσιο. Δεν του έφτασε να κλάψει για να το ξορκίσει.

Οι γονείς του συνέχιζαν να ζουν την καθημερινότητά τους, προσπαθώντας να τον προξενέψουν σε καθωσπρέπει νύφες, μέχρι που τον έβαλαν και σε μια πρωινή δουλειά. Τώρα στεκόταν στην διάβαση. Έπαψε να σκέφτεται το φεγγάρι, την καρίνα, το μαχαίρι. Φαντάστηκε τον βαριεστημένο μηχανοδηγό που καθώς θα περνούσε αφηρημένος δε θα πρόφταινε να φρενάρει.

Σημείωση:
Προσπαθώ να βάλω, και εγώ με την σειρά μου, στόχους για τη νέα χρονιά, να σκεφτώ κάτι πιο αισιόδοξο. Ψάχνω μέσα στις λέξεις σου να με βρω, να συνδυάσω κάτι να φανεί το πότισμα της λεκτικής έκφρασης του έρωτά μου, μα το μόνο που μου έχει κολλήσει στο κεφάλι είναι ο στίχος:
«…όσα έχω χρεωμένα ζω…»

Θα ήθελα να μπορούσα να έγραφα (για) τις στιγμές που δεν υπάρχουν οθόνες και πλήκτρα.

Χρόνια καλά

τέλσον .:031:.

10 τσαχπινιές November 18th, 2008

Δεν ξέρω για σένα μα εγώ μεγάλωσα στην επαρχία και αργότερα στα εξωτερικά, εκεί που μιλάνε περίεργα δηλαδή, τ’ αλλιώτικα και μου ήταν τρομερό, θέλω να πω, η αλλαγή νοοτροπίας από την μία κατάσταση στην άλλη. Πέρασα κάποιες στιγμές, υποθέτω, αρκετά δυσβάσταχτες στιγμές για να με ταυτοποιήσω από μία πόλη που ντρέπεσαι να εκφραστείς, σε μιά άλλη που αν δεν φωνάξεις δεν υπάρχεις. Πιθανό και αυτό να με ώθησε στο να γράφω δημόσια. Ελπίζω πως τα γραπτά μου είναι σαν τα στιχάκια που βρήκες χαραγμένα σε κάποιο παγκάκι από κάποιο ξεχασμένο έφηβο, να δηλώνει το πάθος του για κάτι, μια ομάδα, μιά ιδέα, ένα κορίτσι ίσως, ότι βρίσκεται στον καθένα.

Δε χρειάζεται να υποθέσεις για το ποιος είμαι, πόσο μάλλον για το πως σχετίζομαι με τα κοινά. Δε διαφέρω εμφανισιακά από τους περισσότερους νεαρούς που προσπερνάς καθημερινά στο δρόμο σου, μα κρυφά ελπίζω πως εμένα θα με ξεχωρίζουν όλοι για κάποιο λόγο. Ίσως γιατί ακόμα πιστεύω πως οι άνθρωποι με ανησυχίες, μπορούν και αναγνωρίζουν ομοίους, μπας και δηλαδή βρω κανένα παραδίπλα να συνεννοηθώ, γιατί τελευταία με κοιτάνε λες και έχω πέσει από άλλο πλανήτη.

Αυτό το ημερολόγιο δεν το άνοιξες, ήταν πάντα ανοιχτό. Αυτό το ημερολόγιο επέλεξες για να γυρίσεις τις σελίδες του, όπως κάνεις και με καθημερινούς σου ανθρώπους που πιθανό να σε ενδιαφέρουν για τον ένα ή για τον άλλο λόγο. Δεν θα μπορούσα να ξέρω πως αισθάνεσαι στην πορεία της κάθε μου πρότασης. Αν οι λέξεις σου ερεθίζουν την φαντασία σου μόνο για τους εκάστοτε ήρωες ή το κατά πόσο παίρνεις παραμάζωμα και την υπόλοιπη παραγωγή, από το κομπάρσο μέχρι τον σκηνοθέτη. Αν όμως έχεις μία τόσο ευχάριστα περίεργη διάθεση να γνωρίσεις έναν άλλο άνθρωπο σε τούτο το αθέατο θέατρο που ονομάστηκε ζωή, τι δουλειά έχεις κούκλα μου εδώ μέσα;

υστεριόγραφο: παγιδευμένος μόνο για σήμερα ανάμεσα στον ένα και στον άλλο.

προσωπικός χώρος

4 τσαχπινιές November 13th, 2008

Το «σ’ αγαπώ» δεν το ορκίζεσαι ποτέ, το δίνεις απλόχερα, με τον Α ή Β τρόπο, πολλές φορές και με τον λανθασμένο, μα είναι το δικό σου μοναδικά πολύτιμο «σ’ αγαπώ». Αυτό δε σημαίνει πως παύει να πηγάζει από μέσα σου, πως πλέον το άρωμα της δεν κάνει την ανάσα σου να κόβεται, πως μια τυχαία συνάντηση δεν θα σε ρίξει στο ναδίρ της προσωπικής σου κολάσεως και στο παράδεισο των οπτικών σου ερεθισμάτων.

Μην επιλέγεις ποτέ τις στιγμές που θα ζεις, μην αρνείσαι να επενδύσεις χρόνο. Γιατί είναι το μόνο που δεν αγοράζεται, μήτε πωλείται, δεν μεταφέρεται κι ούτε χαρίζεται. Έχουμε όλοι προκαθορισμένα άγνωστη ποσότητα και το μόνο που καταφέρνουμε να κάνουμε είναι να τον σκορπάμε σε αφύσικα μίζερες δουλειές, σε δικές μας ενοχές του χθες ή άλλων αντιλήψεις και στην έλλειψη θάρρους για το αύριο. Να φιλιόμαστε καταμεσής του δρόμου ρε, αυτό ήθελα και ας ντρέπεσαι.

Έκανα λάθος, δεν θέλω άλλο προσωπικό χώρο, τι να τον κάνω; Τι να τον κάνω τόσο χώρο, ένας άνθρωπος τόσο μικρόσωμος; Να χωρέσω τι που, άνευ, είμαι κενός; Να τον διεκδικήσω πώς αν δεν μου τον παραβιάσεις; Σκόπευα, εν καιρώ, να σε αφήσω να μπεις, να μου τα κάνεις όλα πουτάνα, μα τα κατάφερες μία χαρά και απ’ έξω, όπως ακριβώς τα κατάφερα και εγώ εξ αποχής και αποστάσεως.

Σε κάθε ταξιδιώτη αξίζει μια ήσυχη νύχτα ή every dog has its day (Part II)

8 τσαχπινιές November 3rd, 2008

Άνοιξε το παράθυρο να εισβάλει μέσα λίγο κρύο, μία στάλα δροσιά πρωινού αέρα. Η ατμόσφαιρα είχε γίνει αποπνικτική ακόμα και γι’ αυτόν. Πέρασε άλλη μια μεγάλη νύχτα με πυκνό μαύρο καπνό, συντροφιά με τα λάθη του, ένα παλιό ραδιόφωνο που έπιανε μοναχά βραχέα και αυτά που και που και ένα δανεικό βιβλίο που μιλούσε για σωτηρίες. Υποσχέθηκε άλλη μία φορά στον εαυτό του πως ήταν η τελευταία φορά που το κάνει, μα δεν βρήκε το θάρρος να σταυρώσει τα χέρια του πίσω από την πλάτη όπως άρμοζε σε μια τέτοια περίσταση.

Έκλεισε την μουσική μαζί με τον χιόνι-ήχο της, έκλεισε και το βιβλίο ακουμπώντας το δίπλα στο γραφείο, πάνω σε κάτι κούτες από την τελευταία του μετακόμιση. Στιγμιαία έψαξε να βρει ένα καλό λόγο γιατί να είναι ακόμα κλειστές, μα στο καπάκι σκέφτηκε εκείνη, στραβοκάταπιε, και το μυαλό του μπλόκαρε από όμορφες εικόνες με πειράγματα, γέλια δυνατά, αγκαλιές, ματιές, φιλιά και χαμόγελα, σε ένα σπίτι που δεν ανήκει πλέον σε κανένα τους. Χρειαζόταν να συνέλθει. Καταφέρει να συνεφέρει τον εαυτό του σε ένα τέτοιο επίπεδο που του επέτρεψε να σηκωθεί με αργές κινήσεις να σβήσει το φως και να γείρει πεθαμένα το κορμί και το βαρύ του κεφάλι σε κάποια άβολα τυχαία στάση ύπνου στον καναπέ του γραφείου. Αναστέναξε, έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε σαν κούτσουρο μέχρι αργά το μεσημέρι, σχεδόν απόγευμα.

Κάτι δεν ήταν σωστό, το ένιωσε, κι όμως άνοιξε τα μάτια και σηκώθηκε, βάδισε προς το μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Δεν είχε όρεξη να μιλήσει σε κανένα. Βγαίνοντας, έκανε μία γρήγορη αρσενική γκριμάτσα στον καθρέφτη μπας και ανυψώσει την χαμηλή του διάθεση και στο δρόμο πίσω για το γραφείο είδε ένα σημείωμα που κάποιος βιαστικά πέταξε κάτω από την εξώπορτα.

«…πάρε με τηλέφωνο, θέλω να σου μιλήσω…»

Χαμογέλασε με την τύχη του και έτρεξε με λαχτάρα προς το τηλέφωνο, μα μόλις πήρε και το τελευταίο νούμερο του αριθμού κλήσης, αυτή του η χαρά κόπηκε μαχαίρι.

«… είναι κάτι το σοβαρό;…» ξεστόμισε και, σαν μαλάκας, σκέφτηκε την κατακλείδα: «…or are you just happy to see me…».

Ο ανήσυχος μα σταθερός ήχος της φωνής της τον έκανε να χάσει για δεύτερη φορά τη μηλιά του, έκανε τα σαγόνια του να κολλήσουν μέχρι που με το χέρι του ανάγκασε τα χείλη του να χαμογελάσουν. «Τα χαμόγελα τα ακούς πάντα στις φωνές των άλλων», σκέφτηκε, «ας το κρατήσουμε έτσι, ψύχραιμα, τι λες και ‘συ;».

Δύο λόγια και δυο μάτια με το θάρρος της ειλικρίνειας τον κατέβαζαν λέξη προς λέξη πίσω στην κόλαση. Ούτως ή άλλως τις τελευταίες μέρες δεν πετούσε και σε κανένα ουρανό, δε πατούσε σε καμία Γη. Το κλείσανε και αυτή την φορά χαμογέλασε από μόνος του. Ετοιμάστηκε και βγήκε παγανιά στην πόλη με ένα νόστιμο τσιγάρο στο ένα χέρι, απορίες στη σκέψη χωρίς να συναντήσει κανένα μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Ούτε μια κάποια ξεχασμένη ψυχή στον κόσμο να ανταλλάξει δυο παρήγορες ματιές, πως δεν είναι μόνος του. Θυμήθηκε το βράδυ που της πρωτομίλησε γυμνός σε ένα ξένο καναπέ:

- …αν σε βάλω στην ζωή μου και μου φύγεις, θα λυπηθώ…
- Μην φοβάσαι έχω αρχίσει να συνηθίζω τις απώλειες.

Ούτε στη ζωή της μπήκε, ούτε έχει συνηθίσει τις απώλειες. Δεν έχει σημασία τι μπορεί να θυμάται, αυτό που τον απασχολεί περισσότερο είναι αυτά που δεν μπορεί να ξεχάσει.

φάουλ

6 τσαχπινιές October 22nd, 2008

Οι κινήσεις χρειάζεται να είναι πιο γρήγορες, πιο επιδέξιες, πιο εύστοχες, πιο θαρραλέες. Δεν μπερδεύτηκα με σένα, σου έχω δηλώσει ήδη πως δεν έπραξα ούτε μίλησα ποτέ εναντίον σου. Είναι που με επηρεάζουν όλοι τους (σας) με την κάθε μικρή κουβέντα, την τοσοδούλα κίνηση και τα λαμβάνω τις μετρητοίς γιατί όλους τους εμπιστεύομαι… με ξέρεις. Αργότερα, κλείνομαι, στρείδι.  Χαζεύοντας την ταμπέλα κάποιου δρόμου που περπατήσαμε για λίγες στιγμές, με δυο φίλους ζωγραφίζοντας ξένους τοίχους, σε μια στροφή στο ταρτάν του γηπέδου, μέσ’ τα κομμάτια μου ή ξενέρωτος, ξαπλωμένος και όρθιος, σίγουρα μόνος, σε μια στάση λεωφορείου, στη κλεφτή ματιά ενός μωρού… σκέφτομαι τα γέλια σου και τις χαρές μας. Παιδικά και αθώα, να υπερκαλύπτουν την κάθε μας αδυναμία.

Στρατηγικές επιβίωσης σε ένα καινούριο κόσμο. Σε θέλω, αν ακόμα το θυμάσαι. Είμαι σίγουρος πως το θυμάσαι, μα δεν θα μπορούσες να κάνεις κάτι και γι’ αυτό, απώλεια επιλογών. Δε σε ρώτησα ποτέ τι περίμενες, παρά μόνο έπραξα τα δικά μου, όπως τα καταλάβαινα και όπως τα ένιωσα. Ποτέ δεν σε ξεπέρασα, απλώς συνήθισα. Ποτέ δεν σε ξέχασα, απλώς με επέπληξα και δεν με συγχώρεσα ποτέ. Συνεχίζω να εμπιστεύομαι τις κινήσεις μου με βάση την στιγμιαία ορθολογιστική μου σκέψη, μα τι αρχίδια θεωρία είναι αυτή, Θεέ μου…

Θυμήθηκα μια κουβέντα της Misty στο Μάντσεστερ που με προειδοποίησε πως όταν φυσάνε οι άνεμοι της αλλαγής, κάποιοι χτίζουν καταφύγια και κάποιοι άλλοι ανεμόμυλους. Εδώ είμαι, όχι όμως εκεί. Δε θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω, θέλω να τα ζήσω όλα από την αρχή σε ένα παιχνίδι που όχι μόνο δεν έχει παράταση μα απολύσαμε μαζί με όλους τους κανόνες και τον διαιτητή.

Ουδέποτε υπάρχει ανάγκη για φάουλ ή/και για λήξη μεταξύ μας.

απόκομμα

9 τσαχπινιές October 13th, 2008

Θυμάται ξημερώματα που άνοιγε τα μάτια του γεμάτα τρόμο για να ζήσει τη, συχνά, γυμνή της πλάτη που περίμενε τη αγκαλιά του. Μέσα στο κρύο, συνήθιζε να σηκώνεται γυμνός στις μύτες των ποδιών του να κλείσει όσο καλύτερα μπορούσε τις βαριές κουρτίνες, να τα βάλει με έναν ήλιο, έξω, που έκαιγε από νωρίς. Επέστρεφε κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα καθώς του νιαούριζε, βολεύοντας το κορμί της γύρω από το δικό του, με κέρδος λίγων στιγμών ακόμη.

Κάθε πρωί, η πρώτη του ματιά, η πρώτη του σκέψη ήταν δική της, τίποτα άλλο δεν έτρεχε στο μυαλό του. Μαζί, ένα κουρασμένο χαμόγελο τον συνόδευε για το υπόλοιπο της ημέρας, ώσπου να επιστρέψει στην γνώριμη ρουτίνα τους. Για καιρό μετά ξυπνά μόνος του τα, οποιαδήποτε, πρωινά στην ίδια σκέψη, με την ίδια ταλαιπωρημένη έκφραση, άνευ χαμόγελου και άνευ ρουτίνας.

Υπήρξε εκεί όσο χρειάστηκε να είναι, όπως όλα και όλοι μας.

Δεν άφησε τίποτα να συμβεί χωρίς λόγο, ακόμα και στα δύσκολα. Απαίτησε κάτι που δεν ήταν εφικτό να λάβει, εμπιστοσύνη, σκεπτόμενος μακροπρόθεσμα κάτι που θα ισορροπούσε την τρέχον κατάσταση. Δεν ήταν για τίποτα σίγουρος, μα για μια τέτοια ανάγκη ολοκληρωτικού, παράφορου, δε-μπορώ-ανάσα-χωρίς-εσένα έρωτα, χρειάστηκε να επενδύσει στο ρίσκο ζυγίζοντας τι είχε να κερδίσει και όχι όσα είχε να χάσει.

Όταν φεύγεις κι απομακρύνεσαι έτσι με τρομάζεις και όσο σκέφτομαι να μην, γιατί ακόμα πιστεύω την κάθε σου λέξη, τόσο μου γίνεται και πιο δύσκολο. Μερικές φορές οι άνθρωποι τείνουν να παραμελούν τις λέξεις που συνοδεύουν το “για πάντα”.

Για κάποιον άλλο Johnny, για μια διαφορετική Dolores…

ζώντας χωρίς εσένα (part I)

6 τσαχπινιές September 5th, 2008

Έμεινα πιστός σε αυτό που ήμουν πιο νέος. Διψάω ακόμα για έρωτα, θέλω να τον χορταίνω. Όμως μεγαλώνω περιπλανώμενος με αυτό που έμαθα όταν έφυγες εσύ, πως η αγάπη σ’ αφήνει πάντοτε φριχτά πεινασμένο.

Σε σκέφτομαι μια νύχτα στο φως του φεγγαριού και τ’ αστέρια μοιάζουν να κλαίνε με λυγμούς. Όταν είναι τόσα πολλά αυτά που χάνεις, δεν μπορείς στιγμή να κοιμηθείς.

Κοίτα που κάνω τώρα όλα αυτά χωρίς εσένα. Ο νέος κόσμος που ονειρευτήκαμε έμεινε μισός. Αλήθεια, που δεν πήγαμε μαζί; Ίσως αυτό να με κρατάει στη ζωή. Όλα τα πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα, τα λόγια που ακόμα ζούνε στο μυαλό μου. Όλες οι στιγμές που θεωρούσαμε δεδομένες, τα λόγια που ποτέ δεν σου έχω πεί.

Σε σκέφτομαι μια νύχτα στο φως του φεγγαριού και τ’ αστέρια μοιάζουν να κλαίνε με λυγμούς. Όταν έχεις τόσο έρωτα να δώσεις, δεν μπορείς στιγμή να κοιμηθείς.

Έμεινα πιστός σε αυτό που ήμουν πιο νέος. Διψάω ακόμα για ζωή, θέλω να την χορταίνω. Όμως μεγαλώνω περιπλανώμενος μ’ αυτό που έμαθα όταν έφυγες εσύ. Πως το πάθος για την ζωή σ’ αφήνει πάντοτε φριχτά πεινασμένο.

Beth Orton

Επόμενο Προηγούμενο


Ψάξε:

Πρόσφατα Γραπτά

Κατηγορίες

Αρχείο

Syndication

Powered By

  • WordPress
  • Subscribe in Google Reader
  • Subscribe with Bloglines
  •  m monitor
  • banner2.gif
  • Add to Technorati Favorites
  • page counter
  • eXTReMe Tracker